Ἁγία Ἀγάθη ἡ Μάρτυς (5 Φεβρουαρίου)
H Ἁγία Μάρτυς Ἀγάθη καταγόταν ἀπό τήν Κατάνη τῆς Σικελίας. Τό λατινικό Μαρτύριον, πού εἶναι ἀρχαιότερο, ὅπως καί τό Ἐγκώμιον, πού συνέταξε ὁ Πατριάρχης Μεθόδιος, δέν ἀναφέρουν τήν ἰδιαίτερη πατρίδα της. Ἀντίθετα ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Μεταφραστής σημειώνει ὅτι τόπος καταγωγῆς τῆς Ἁγίας ἦταν τό Παλέρμο. Τήν πληροφορία αὐτή υἱοθέτησαν ἀβασάνιστα καί οἱ ὑπόλοιποι Συναξαριστές, ἐπώνυμοι καί ἀνώνυμοι. Τήν καταγωγή τῆς Ἁγίας Ἀγάθης ἀπό τήν πόλη τῆς Κατάνης ἐνισχύει καί ὁ Ἅγιος Πέτρος, Ἐπίσκοπος Ἄργους, στό Ἐγκώμιον πού ἔγραψε γιά τόν σικελικῆς καταγωγῆς, ἀπό τήν πόλη τῆς Κατάνης, Ἐπίσκοπο Μεθώνης Ἀθανάσιο. Ὁ Ἅγιος Πέτρος ἀναφέρει μάλιστα ὅτι στήν πόλη αὐτή ἡ Ἁγία γεννήθηκε, ἀνατράφηκε καί μαρτύρησε.
Ἡ Ἁγία Ἀγάθη μαρτύρησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.). Τό μαρτύριο τῆς Ἁγίας ἄρχισε ὅταν ὁμολόγησε τήν πίστη της στόν Χριστό. Πρῶτα ἀσκήθηκε σέ αὐτήν ἕνας ψυχικός βιασμός, πού εἶχε διάρκεια τριάντα ἡμέρες, χωρίς ὅμως νά τήν κάμψει. Βλέποντας ὁ ἔπαρχος τῆς Σικελίας Κυντιανός, ἄνθρωπος μέ ἄγρια ἔνστικτα, τήν σταθερότητα τῆς Ἁγίας, προσπάθησε νά μεταστρέψει τό φρόνημά της ὥστε νά θυσιάσει στούς θεούς. Ὕστερα τήν παρέδωσε σέ κάποια ἄπιστη γυναῖκα, πού τήν ὀνόμαζαν Ἀφροδισία καί τίς θυγατέρες της, γιά νά τήν πείσουν νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη της στόν Κύριο.
Ὅταν ἄκουσε ὁ Κυντιανός ἀπό τήν Ἀφροδισία ὅτι ἡ Ἁγία Ἀγάθη παρέμενε ἄκαμπτη, πλημμύρισε ἀπό ὀργή. Διέταξε νά τήν ὁδηγήσουν μπροστά του καί ἄρχισε πάλι τίς ἀπειλές. Στόν διάλογο πού ἀκολούθησε, ἡ Ἁγία ὑποστήριξε μέ πνευματική ἀνδρεία καί παρά τό νεαρό τῆς ἡλικίας της, ὅτι εἶναι δούλη Χριστοῦ. Κατηγόρησε εὐθέως τόν ἔπαρχο ὅτι πιστεύει σέ ξόανα καί, μάλιστα, ἀναρωτήθηκε, πῶς ἕνας τόσο ἔξυπνος ἄνθρωπος παρουσιάζεται μέ τήν πίστη του τόσο ἀνόητος. Ὁ ἔπαρχος, μόλις ἄκουσε αὐτό, ράπισε τήν Ἁγία καί διέταξε νά τήν κρεμάσουν καί νά τήν λογχίσουν. Παρά τούς φρικτούς πόνους, ἡ Ἁγία Ἀγάθη ἐξακολουθοῦσε νά ὁμολογεῖ τήν πίστη της στόν Χριστό καί νά δηλώνει ὅτι τά βασανιστήρια τῆς προξενοῦν χαρά, γιατί εἶναι πρόσκαιρα. Ὁ Κυντιανός, ἔξαλλος ἀπό ὀργή, διέταξε νά τῆς ἀποκόψουν τόν μαστό. Ὕστερα ἀπό τήν φρικώδη αὐτή πράξη τήν ὁδήγησαν στή φυλακή.
Μόλις πλησίασαν τά μεσάνυκτα, ἐπισκέφθηκαν τήν Ἁγία ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, μέ μορφή γέροντα καί ἕνας Ἄγγελος, μέ μορφή παιδιοῦ, πού κρατοῦσε λαμπάδα. Ἄπλετο φῶς πλημμύρισε τό ὑγρό καί σκοτεινό κελί τῆς Ἁγίας. Ὁ Ἀπόστολος γιάτρεψε τίς πληγές της καί ἀποκατέστησε τόν κομμένο μαστό. Ἡ πόρτα τῆς φυλακῆς ἄνοιξε καί οἱ λοιποί κρατούμενοι ὠθοῦσαν τήν Ἁγία νά ἀποδράσει. Αὐτή, ὅμως, σκεπτόμενη ἀπό τή μία ὅτι θά τιμωρηθοῦν οἱ δεσμοφύλακες ἂν δραπετεύσει καί ἀπό τήν ἄλλη ὅτι ἔπρεπε νά ὑπομείνει τό μαρτύριο, δέν ἔφυγε ἀπό τό δεσμωτήριο.
Τήν τέταρτη ἡμέρα, ὁ Κυντιανός τήν προσάγει στό δικαστήριο. Ἐκεῖ τῆς ἐπαναλαμβάνει ὅτι ἂν δέν ὑπακούσει στό αὐτοκρατορικό διάταγμα καί δέν θυσιάσει στούς θεούς, θά θανατωθεῖ. Καμιά ὅμως ἀπειλή δέν ἔκαμψε τήν Ἁγία. Ὁμολόγησε καί πάλι τήν πίστη της στόν Χριστό καί ἐπέδειξε τίς θεραπευμένες πληγές της. Ὁ ἀπάνθρωπος τότε ἔπαρχος διέταξε νά ρίξουν γυμνή τήν Ἁγία πάνω σέ αἰχμηρά κεραμίδια, πού πάνω τους ἔκαιγαν κάρβουνα. Ξαφνικά, μεγάλος σεισμός ἔγινε στήν πόλη τῆς Κατάνης καί προξένησε πολλές ζημιές. Ἀνάμεσα στά θύματα ἦταν ὁ σύμβουλος τοῦ ἔπαρχου Σιλουανός καί ὁ φίλος του Φαλκόνιος. Μπροστά σέ αὐτήν τήν κατάσταση ὁ Κυντιανός διέταξε νά μεταφέρουν τήν Ἁγία στή φυλακή. Μέσα στό δεσμωτήριο ἡ Ἁγία προσευχήθηκε στόν Κύριο καί Τόν εὐχαρίστησε γιά τή δύναμη πού τῆς χάρισε. Καί μόλις τελείωσε τήν προσευχή της, παρέδωσε τό πνεῦμα της. Ἦταν τό ἔτος 251 μ.Χ
Ὁ λαός τῆς Κατάνης, ἔντονα θορυβημένος ἀπό τό γεγονός, διαμαρτυρήθηκε στόν ἔπαρχο. Στή συνέχεια, μετέφεραν τό τίμιο λείψανό της σέ ἀσφαλές μέρος. Τότε παρουσιάσθηκε ἕνας λευκοντυμένος νεαρός, ἄγνωστος στούς αὐτόχθονες, ὁ ὁποῖος κατευθύνθηκε πρός τόν τάφο τῆς Ἁγίας Ἀγάθης καί πάνω σέ μαρμάρινη πλάκα ἔγραψε τά ἑξῆς: «Νοῦς ὅσιος, αὐτοπροαίρετος τιμή ἐκ Θεοῦ, καί πατρίδος λύτρωσις». Οἱ παριστάμενοι εἶπαν ὅτι ὁ νεαρός ἐκεῖνος ἦταν ὁ Ἄγγελος τῆς Ἁγίας.
Ὁ λαός τῆς Κατάνης τιμοῦσε καί σεβόταν τήν Ἁγία. Ὡς ἀνταπόκριση στήν τιμή αὐτή, ἡ Ἁγία Ἀγάθη ἔσωσε τήν πόλη της ἀπό τή φοβερή ἔκρηξη τοῦ ἡφαιστείου τῆς Αἴτνας. Οἱ κάτοικοι τῆς Κατάνης ἔτρεξαν στόν τάφο της καί ἀφοῦ πῆραν τή λάρνακα μέ τό ἅγιο λείψανό της, τήν ἔστρεψαν πρός τήν λάβα, πού ζύγωνε τήν πόλη καί ἔτσι ἀποσοβήθηκε ἡ συμφορά. Τό γεγονός αὐτό συνέβη στίς 5 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 252 μ.Χ., ἀκριβῶς ἕνα χρόνο μετά τό μαρτύριο τῆς Ἁγίας.
Ἡ Σύναξη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγάθης ἐτελεῖτο στό Μαρτύριό της, τό ὁποῖο βρισκόταν στό ἕβδομο τοῦ Βυζαντίου. Τά ἱερά λείψανά της μεταφέρθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη κατά τήν περίοδο τῶν αὐτοκρατόρων Βασιλείου Β’ (976 – 1025 μ.Χ.) καί Κωνσταντίνου Η’ (1025 – 1028 μ.Χ.).
Ἅγιος Πολύευκτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (5 Φεβρουαρίου)
O Ὅσιος Πολύευκτος γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη καί σέ νεαρή ἡλικία ἔγινε Μοναχός σέ μονή τῆς νήσου Πρώτης. Ζοῦσε μέ ἁπλότητα καί ἐγκράτεια καί πολλές φορές τρεφόταν μέ ἕνα κομμάτι ξερό ψωμί, γιά νά θρέψει τούς φτωχούς. Ἦταν κάτοχος μεγάλης θεολογικῆς παιδείας καί διακρινόταν γιά τή σεμνότητά του, τό ἦθος του, τήν ἐγκράτεια καί ἀντικειμενικότητα τοῦ χαρακτῆρα του. Πολλοί μάλιστα τόν παρομοίαζαν μέ τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο.
Ὅταν τόν Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους 956 μ.Χ. ἀπεβίωσε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Θεοφύλακτος (931 – 956 μ.Χ.), ὁ Ἅγιος Πολύευκτος χειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Τό 957 μ.Χ. βάπτισε στήν Κωνσταντινούπολη τήν Ρωσίδα ἡγεμονίδα Ὄλγα, ἡ ὁποία, ὅπως λέγεται ἀπό μερικούς, ὀνομάστηκε Ἑλένη.
Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος ἦταν κανόνας ἀρετῆς καί εὐσεβείας. Γι’ αὐτό καί δέν φοβήθηκε νά ἐλέγξει τόν αὐτοκράτορα Νικηφόρο Φωκᾶ (963 – 969 μ.Χ.), ὅταν αὐτός ἀποφάσισε νά νυμφευθεῖ τή βασίλισσα Θεοφανῶ, χήρα τοῦ αὐτοκράτορα Ρωμανού τοῦ Β’ (959 – 963 μ.Χ.). Ἐπειδή μάλιστα ὁ γάμος εἶχε τελεσθεῖ κρυφά ἀπό τόν Ἅγιο, αὐτός ἀρνήθηκε νά δεχθεῖ τόν βασιλιά στή Θεία Λειτουργία πού ἔγινε στήν Ἁγία Σοφία. Ὅμως, στή συνέχεια ὁ Ἅγιος Πολύευκτος ἔδωσε τή συγχώρεση καί τή συναίνεσή του, γιά νά οἰκονομήσει τά πράγματα καί νά μήν ὁδηγήσει τό κράτος σέ χάος.
Ὁ αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾶς ἔπεσε θῦμα ἄγριας δολοφονίας. Καί ἡ πράξη αὐτή φαινόταν ἀκόμη πιό στυγερή, ἕνεκα τοῦ ὅτι συμμετεῖχε καί τήν διευκόλυνε ἡ βασίλισσα Θεοφανῶ. Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος καταταράχθηκε γιά τήν τρομερή καί ἀνοσία κακουργία. Ὅταν, λοιπόν, μετά ἀπό ἑπτά μέρες ἀπό τῆς ἀναρρήσεώς του στόν αὐτοκρατορικό θρόνο, ὁ Ἰωάννης Α’ ὁ Τσιμισκής (969 – 976 μ.Χ.) προσῆλθε στόν ναό τῆς Ἅγίας Σοφίας, γιά νά στεφθεῖ ἀπό τόν Πατριάρχη, ὁ Ἅγιος δέν τοῦ ἐπέτρεψε νά εἰσέλθει στό ἱερό καί ἀπαίτησε προηγουμένως νά ἐκπληρωθοῦν ὑπό τοῦ βασιλέως τρεῖς ὅροι. Ὁ πρῶτος ἦταν νά ἐκδιωχθεῖ ἀπό τά ἀνάκτορα ἡ Θεοφανῶ. Ὁ δεύτερος ὅρος ἦταν νά ὑποδείξει καί νά τιμωρήσει τόν αὐτουργό τοῦ φόνου τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ, καί ὁ τρίτος ὅρος, νά ἀνακαλέσει τά θεσπίσματα τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ περί τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Πολύευκτος ἐξασφάλισε στήν ἐκκλησία τήν ἀληθινή ἐλευθερία καί τῆς ἔδωσε τό δικαίωμα τῆς ἐνέργειας κατά τῶν ὑπερβάσεων τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων, ὅταν αὐτές βλάπτουν τήν Ἐκκλησία καί σφαγιάζουν τίς παραδόσεις τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου πρός τό μοναχισμό καί τήν ἀσκητική ζωή ἐκφράστηκε καί διά τῆς ἱδρύσεως, ἐπί τῶν ἡμερῶν του, τῶν μονῶν Μεγίστης Λαύρας καί Ἰβήρων στό Ἅγιο Ὄρος.
Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 970 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος ἦταν κανόνας ἀρετῆς καί εὐσεβείας. Γι’ αὐτό καί δέν φοβήθηκε νά ἐλέγξει τόν αὐτοκράτορα Νικηφόρο Φωκᾶ (963 – 969 μ.Χ.), ὅταν αὐτός ἀποφάσισε νά νυμφευθεῖ τή βασίλισσα Θεοφανῶ, χήρα τοῦ αὐτοκράτορα Ρωμανού τοῦ Β’ (959 – 963 μ.Χ.). Ἐπειδή μάλιστα ὁ γάμος εἶχε τελεσθεῖ κρυφά ἀπό τόν Ἅγιο, αὐτός ἀρνήθηκε νά δεχθεῖ τόν βασιλιά στή Θεία Λειτουργία πού ἔγινε στήν Ἁγία Σοφία. Ὅμως, στή συνέχεια ὁ Ἅγιος Πολύευκτος ἔδωσε τή συγχώρεση καί τή συναίνεσή του, γιά νά οἰκονομήσει τά πράγματα καί νά μήν ὁδηγήσει τό κράτος σέ χάος.
Ὁ αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾶς ἔπεσε θῦμα ἄγριας δολοφονίας. Καί ἡ πράξη αὐτή φαινόταν ἀκόμη πιό στυγερή, ἕνεκα τοῦ ὅτι συμμετεῖχε καί τήν διευκόλυνε ἡ βασίλισσα Θεοφανῶ. Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος καταταράχθηκε γιά τήν τρομερή καί ἀνοσία κακουργία. Ὅταν, λοιπόν, μετά ἀπό ἑπτά μέρες ἀπό τῆς ἀναρρήσεώς του στόν αὐτοκρατορικό θρόνο, ὁ Ἰωάννης Α’ ὁ Τσιμισκής (969 – 976 μ.Χ.) προσῆλθε στόν ναό τῆς Ἅγίας Σοφίας, γιά νά στεφθεῖ ἀπό τόν Πατριάρχη, ὁ Ἅγιος δέν τοῦ ἐπέτρεψε νά εἰσέλθει στό ἱερό καί ἀπαίτησε προηγουμένως νά ἐκπληρωθοῦν ὑπό τοῦ βασιλέως τρεῖς ὅροι. Ὁ πρῶτος ἦταν νά ἐκδιωχθεῖ ἀπό τά ἀνάκτορα ἡ Θεοφανῶ. Ὁ δεύτερος ὅρος ἦταν νά ὑποδείξει καί νά τιμωρήσει τόν αὐτουργό τοῦ φόνου τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ, καί ὁ τρίτος ὅρος, νά ἀνακαλέσει τά θεσπίσματα τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ περί τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Πολύευκτος ἐξασφάλισε στήν ἐκκλησία τήν ἀληθινή ἐλευθερία καί τῆς ἔδωσε τό δικαίωμα τῆς ἐνέργειας κατά τῶν ὑπερβάσεων τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων, ὅταν αὐτές βλάπτουν τήν Ἐκκλησία καί σφαγιάζουν τίς παραδόσεις τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου πρός τό μοναχισμό καί τήν ἀσκητική ζωή ἐκφράστηκε καί διά τῆς ἱδρύσεως, ἐπί τῶν ἡμερῶν του, τῶν μονῶν Μεγίστης Λαύρας καί Ἰβήρων στό Ἅγιο Ὄρος.
Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 970 μ.Χ.
Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Ἀθηναῖος (5 Φεβρουαρίου)
O Ἅγιος Νεομάρτυρας Ἀντώνιος γεννήθηκε στήν Ἀθήνα ἀπό φτωχούς καί ἀφανεῖς γονεῖς, τόν Μῆτρο καί τήν Καλομοίρα. Σέ ἡλικία 12 ἐτῶν ἄρχισε νά ἐργάζεται, γιά νά βοηθήσει τήν οἰκογένειά του, σέ Τούρκους πού εἶχαν ἔλθει ἀπό τήν Ἀλβανία. Σέ ἡλικία 16 ἐτῶν ἐπωλήθη ὑπό τῶν αὐθεντῶν του σέ κάποιους Ἀγαρηνούς τῆς Πελοποννήσου, οἱ ὁποῖοι τόν ἀγόρασαν μέ σκοπό νά τόν βασανίσουν, γιά νά τόν ἐξισλαμίσουν. Ἐπειδή δέν κατάφεραν νά κάνουν τόν Ἅγιο νά ἀλλαξοπιστήσει, τόν πούλησαν σέ ἄλλους σκληρότερους Τούρκους. Μεταπωληθείς πέντε φορές σέ σκληρότερους αὐθέντες, σέ διάφορους τόπους, παρέμενε πάντοτε μέ πνευματική ἀνδρεία καί γενναιότητα ψυχῆς πιστός στήν πατρῴα εὐσέβεια. Τελικά ἀγοράσθηκε ἀντί 400 γροσσίων ἀπό ἕναν Ὀρθόδοξο Χριστιανό καί ἔτσι ἐγκαταστάθηκε στήν Κωνσταντινούπολη. Στό ἐργαστήριο πού δούλευε ἀναγνωρίσθηκε ἀπό κάποιον Τοῦρκο, πού κάποτε στό παρελθόν τόν εἶχε ἀγοράσει ὡς δοῦλο, ὁ ὁποῖος τόν κατηγόρησε ὅτι ἐνῶ εἶχε προηγουμένως δεχθεῖ, τώρα ἀποκήρυσσε τόν Ἰσλαμισμό.
Τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ Μουράτ Μουλάν, ὁ ὁποῖος μέ κολακεῖες καί ἀπειλές προσπάθησε νά τόν κάνει νά ἀλλαξοπιστήσει. Τότε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος τοῦ ἀπάντησε: «Μήν νομίζεις ὅτι θά καταφέρεις νά μέ ἀποτρέψεις ἀπό τήν πίστη μου στόν Χριστό μέ τά φοβερίσματά σου. Γι’ αὐτό βασάνισε, μαστίγωσε καί κατατεμάχισε τό σῶμα μου καί ἐπινόησε καί κανέναν ἄλλον καινούργιο καί φοβερότερο θάνατο, ἐπειδή περισσότερο ὑπάρχει περίπτωση ἐσύ νά γίνεις Χριστιανός παρά ἐγώ νά ἀρνηθῶ τόν Χριστό καί νά μήν ὁμολογῶ Αὐτόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ καί ἀληθινό Θεό».
Ὁ κριτής συγκινημένος ἀπό τήν παρρησία τοῦ Νεομάρτυρα, προσπάθησε νά τόν ἀθωώσει. Ἐπειδή ὅμως, φοβήθηκε τούς ψευδομάρτυρες, τόν ἀπέστειλε στόν βεζίρη Μεχμέτ Πασσᾶ, ἀφοῦ τοῦ διεμήνυσε τά περί τῆς ἀθωότητος τοῦ Ἁγίου. Ὁ βεζίρης, πεισθεῖς γιά τήν ἀθωότητα τοῦ Ἁγίου, γιά νά ἀποφύγει τήν ὀργή τοῦ πλήθους, ἔδωσε ἐντολή νά τόν φυλακίσουν. Ὅμως τό μαινόμενο πλῆθος κατηγόρησε τόν βεζίρη στόν σουλτάνο Χαμίτ τόν Α’ (1774 – 1789 μ.Χ.) γιά δωροδοκία καί ἔτσι ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολή νά ἀποκεφαλίσουν τόν Ἅγιο. Ὁ Μάρτυρας, ἀφοῦ διετράνωσε καί πάλι τήν πίστη του στόν Χριστό, δέχθηκε τό ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας, ἀποκεφαλισθεῖς τό ἔτος 1774 μ.Χ, ἡμέρα Τετάρτη, στήν περιοχή Ἂκ – Σεράϊ τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ Μουράτ Μουλάν, ὁ ὁποῖος μέ κολακεῖες καί ἀπειλές προσπάθησε νά τόν κάνει νά ἀλλαξοπιστήσει. Τότε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος τοῦ ἀπάντησε: «Μήν νομίζεις ὅτι θά καταφέρεις νά μέ ἀποτρέψεις ἀπό τήν πίστη μου στόν Χριστό μέ τά φοβερίσματά σου. Γι’ αὐτό βασάνισε, μαστίγωσε καί κατατεμάχισε τό σῶμα μου καί ἐπινόησε καί κανέναν ἄλλον καινούργιο καί φοβερότερο θάνατο, ἐπειδή περισσότερο ὑπάρχει περίπτωση ἐσύ νά γίνεις Χριστιανός παρά ἐγώ νά ἀρνηθῶ τόν Χριστό καί νά μήν ὁμολογῶ Αὐτόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ καί ἀληθινό Θεό».
Ὁ κριτής συγκινημένος ἀπό τήν παρρησία τοῦ Νεομάρτυρα, προσπάθησε νά τόν ἀθωώσει. Ἐπειδή ὅμως, φοβήθηκε τούς ψευδομάρτυρες, τόν ἀπέστειλε στόν βεζίρη Μεχμέτ Πασσᾶ, ἀφοῦ τοῦ διεμήνυσε τά περί τῆς ἀθωότητος τοῦ Ἁγίου. Ὁ βεζίρης, πεισθεῖς γιά τήν ἀθωότητα τοῦ Ἁγίου, γιά νά ἀποφύγει τήν ὀργή τοῦ πλήθους, ἔδωσε ἐντολή νά τόν φυλακίσουν. Ὅμως τό μαινόμενο πλῆθος κατηγόρησε τόν βεζίρη στόν σουλτάνο Χαμίτ τόν Α’ (1774 – 1789 μ.Χ.) γιά δωροδοκία καί ἔτσι ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολή νά ἀποκεφαλίσουν τόν Ἅγιο. Ὁ Μάρτυρας, ἀφοῦ διετράνωσε καί πάλι τήν πίστη του στόν Χριστό, δέχθηκε τό ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας, ἀποκεφαλισθεῖς τό ἔτος 1774 μ.Χ, ἡμέρα Τετάρτη, στήν περιοχή Ἂκ – Σεράϊ τῆς Κωνσταντινουπόλεως.


