Ἁγία Θεοδώρα ἡ Βασίλισσα (11 Φεβρουαρίου)

H Ἁγία Θεοδώρα, ἡ βασίλισσα, γεννήθηκε στήν Ἔβεσσα τῆς Παφλαγονίας, τό 815 μ.Χ., ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν δρουγγάριο Μαρίνο καί τήν ἐνάρετη Θεοκτίστη πού διακρινόταν γιά τήν εὐλάβειά της καί τήν προσήλωσή της στήν ὀρθόδοξη πίστη. Ἡ Ἁγία εἶχε τρεῖς ἄλλες ἀδελφές, τή Σοφία, τήν Μαρία καί τήν Εἰρήνη καί δύο ἀδελφούς, τόν Βάρδα καί τόν Πετρωνᾶ. Τό ἔτος 830 μ.Χ. νυμφεύθηκε τόν αὐτοκράτορα Θεόφιλο (829 – 842 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἦταν εἰκονομάχος. Παρά τό εἰκονομαχικό κλίμα πού ἐπικρατοῦσε, ἡ Θεοδώρα ἐξακολουθοῦσε νά τιμᾶ τίς ἱερές εἰκόνες καί νά τίς φυλάσσει κρυφά στά δώματά της. Ἡ μητέρα της, Θεοκτίστη, ἐγκατέλειψε τά ἀνάκτορα καί ἀποσύρθηκε σέ γυναικεία μονή, τήν ὁποία ἡ ἴδια εἶχε ἱδρύσει.
Τό 842 μ.Χ. ὁ Θεόφιλος πέθανε καί ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἀνέλαβε τήν βασιλεία καί τήν ἐποπτεία τοῦ ἀνήλικου υἱοῦ της Μιχαήλ, μέ συνεπιτρόπους τόν ἀδελφό της Βάρδα, τόν ἐκ τοῦ πατέρα της θείου της, πού ἦταν μάγιστρος καί τόν λογοθέτη Θεόκτιστο. Ἡ πρώτη ἐνέργεια ἦταν ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ εἰκονομάχου Πατριάρχου Ἰωάννου καί ἡ ἐκλογή τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου († 14 Ἰουνίου). Ἡ Σύνοδος, πού συνῆλθε στίς 11 Μαρτίου τοῦ 843 μ.Χ., ἀποφάσισε τήν ἀναστήλωση τῶν Ἁγίων εἰκόνων καί ἀνόρθωσε τήν διδασκαλία τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μεγαλοπρεπής πανήγυρη ἐτελέσθη τήν Α’ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, στό ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας, πού ἀπό τότε καθιερώθηκε ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἀλλά ἐκτός ἀπό τό ζήτημα τῶν εἰκόνων, τήν Ἁγία Θεοδώρα ἀπασχόλησαν καί ἄλλοι ποικίλοι ἐσωτερικοί καί ἐξωτερικοί περισπασμοί, ὅπως οἱ ἐπιδρομές τῶν Ἀράβων στή Σικελία καί Μικρά Ἀσία, οἱ ἐπαναστάσεις τῶν Σλάβων τῆς Πελοποννήσου καί τῶν Παυλιανιτῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, οἱ ἐκστρατεῖες κατά τῶν Ἀράβων τῆς Κρήτης, τῆς Συρίας καί τῆς Αἰγύπτου, καί οἱ περιπλοκές μέ τόν ἡγεμόνα τῶν Βουλγάρων Βόγορι, τόν ὁποῖο ὁδήγησε στήν Ὀρθοδοξία. Ἔτσι, ἐμπιστεύτηκε τήν ἀνατροφή τοῦ υἱοῦ της στόν ἀδελφό της Βάρδα, ὁ ὁποῖος, μέ σκοπό τό δικό του συμφέρον, ἐνθάρρυνε καί ἐνίσχυε κάθε ροπή τοῦ νεαροῦ βασιλέως πρός τήν ἀκολασία. Ἡ δολοφονία τοῦ λογοθέτου Νεοκτίστου κατέστησε τόν ἀδελφό τῆς Ἁγίας πανίσχυρο, ὥστε νά περιφρονεῖ καί νά ἀπειλεῖ καί τήν ἴδια.
Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Σερβίας (11 Φεβρουαρίου)

O Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στήν πόλη Κράτοβα τῆς Σερβίας ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Δημήτριο καί τή Σάρρα. Ἀπό πολύ μικρή ἡλικία ἐπιδόθηκε στή μελέτη τοῦ θείου λόγου καί ἀργότερα ἔμαθε τήν τέχνη τοῦ χρυσοχόου. Ἔχασε τόν πατέρα του σέ νεαρή ἡλικία καί φοβούμενος μήπως, λόγω τῆς ὡραιότητάς του, ἀπαχθεῖ στήν αὐλή τοῦ σουλτάνου Βαγιατζῆ Β’ (1481 – 1512 μ.Χ.), ᾖλθε στήν Βουλγαρία καί παρέμεινε στή Σόφια πλησίον ἑνός ἱερέα πού ὀνομαζόταν Πέτρος. Ὁ ἱερέας ἐκεῖνος τοῦ παρέσχε κάθε μέσο γιά νά διδαχθεῖ τά ἱερά γράμματα. Καί ἔτσι ὁ Ἅγιος ζοῦσε βίο θεοφιλή καί ἀσκητικό.
Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νά τόν ἐξισλαμίσουν καί γιά τό λόγο αὐτό μεταχειρίστηκαν ἕναν ἔμπειρο μουσουλμάνο διδάσκαλο, ὁ ὁποῖος σάν ἀφορμή γιά νά πλησιάσει τόν Γεώργιο προσκόμισε σέ αὐτόν χρυσό γιά κατασκευή κοσμήματος. Κατά τίς ἐπαφές μαζί του ὁ Γεώργιος ἀπέδειξε ὅτι ἡ μόνη ἀληθινή πίστη εἶναι ἡ Χριστιανική καί ἤλεγξε ὡς ψευδῆ τήν μουσουλμανική θρησκεία. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁδηγήθηκε στόν κριτή. Παρά τίς κολακεῖες, τίς ὑποσχέσεις καί τίς ἀπειλές ὁ Μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στήν πατρῴα εὐσέβεια.
Ὁ ἱερεύς Πέτρος τόν ἐπισκέφθηκε στήν φυλακή, τόν ἀσπάσθηκε καί τοῦ εἶπε: «Χαῖρε, Γεώργιε, ἐσύ σήμερα δόξασες τόν Χριστό, ὅπως κάποτε ὁ Πρωτομάρτυρας Στέφανος, καί ὁ νέος Στέφανος τήν ἐποχή τῆς εἰκονομαχίας καί ἄλλοι πολλοί Ἅγιοι, γιατί παρόμοιο ἔργο καί ἐσύ ἔκανες». Μετά ἀπό αὐτά ὁ Ἅγιος ὁδηγήθηκε καί πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά τόν υἱοθετήσει καί θά τοῦ χαρίσει ἀμέτρητα πλούτη καί δόξα, ἐάν ἀρνηθεῖ τόν Χριστό. Ὁ Ἅγιος καί πάλι ἐξεδήλωσε τήν διάθεσή του νά μαρτυρήσει καί ὁμολόγησε τόν Χριστό. Τότε ὁ κριτής, ὑποκύπτοντας στίς πιέσεις τοῦ ὄχλου, παρέδωσε τόν Μάρτυρα στό μαινόμενο πλῆθος, τό ὁποῖο τόν ἔδεσε καί τόν περιέφερε ἀνά τίς ὁδούς τῆς πόλεως. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀναδείχθηκε Μάρτυρας τῆς Πίστεως καί ὑπέστη τόν διά πυρᾶς θάνατο, τό ἔτος 1515 μ.Χ. στή Σόφια τῆς Βουλγαρίας.
Ἅγιος Βλάσιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Σεβαστείας (11 Φεβρουαρίου)

O Ἅγιος Βλάσιος ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.). Σπούδασε ἰατρική, ἀλλά προσέφερε χωρίς χρήματα τίς ὑπηρεσίες του, ὡς φιλανθρωπία, στούς πάσχοντες καί ἀσθενεῖς. Ἐκτός ἀπό τήν ἰατρική βοήθεια χορηγοῦσε δωρεάν στούς ἀσθενεῖς τά φάρμακα καί τούς ἔδινε τά ἔξοδα τῆς νοσηλείας τους. Ἡ φιλανθρωπική του δραστηριότητα καλλιεργεῖτο στήν ψυχή του ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ Ἐκκλησία τόν δέχθηκε στίς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου καί τόν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο Σεβαστείας.
Ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Λικινίου, ὁ ἔπαρχος Ἀγρικόλας τόν συνέλαβε καί τόν ὑπέβαλε σέ φρικτά βασανιστήρια. Οἱ στρατιῶτες, ἀφοῦ τόν μαστίγωσαν ἀνηλεῶς μέ ραβδιά, τόν κρέμασαν ἀπό ξύλο καί στήν συνέχεια τόν ὁδήγησαν δεμένο στήν φυλακή. Ἔπειτα τόν ἔριξαν στόν βυθό μιᾶς λίμνης.
Ὅμως ὁ Ἅγιος, μέ τή θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, διασώθηκε. Ἐξοργισθέντες τότε οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως τόν ἀποκεφάλισαν. Ἔτσι, ὁ Ἱερομάρτυς Βλάσιος ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τῆς δόξας τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στό Μαρτύριό του, τό ὁποῖο βρισκόταν κοντά στό Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Φιλίππου.
Ἅγιοι Δύο παῖδες καὶ Ἑπτὰ γυναῖκες οἱ συναθλητὲς τοῦ Ἁγίου Βλασίου
(11 Φεβρουαρίου)
Kατά τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Βλασίου, ἑπτά γυναῖκες, οἱ ὁποῖες τόν ἀκολουθοῦσαν, αἰσθάνθηκαν τόση ἀγανάκτηση γιά τήν σκληρή ἀδικία καί θαυμασμό γιά τόν Ἅγιο, ὥστε ἔλεγξαν τόν ἔπαρχο Ἀγρικόλα καί διεκήρυξαν μέ παρρησία τήν πίστη τους στόν Χριστό. Γιά τήν ὁμολογία τους αὐτή ἀποκεφαλίσθηκαν καί, ἔτσι ἔλαβαν τούς στέφανους τοῦ Μαρτυρίου.
Μαζί μέ τόν Ἅγιο Βλάσιο ἤσαν στήν φυλακή καί δύο νέοι, τούς ὁποίους ὁ Ἅγιος κατήχησε καί βάπτισε. Καί οἱ δύο συνάθλησαν μετά τοῦ Ἁγίου καί κατέστησαν κοινωνοί τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου αὐτοῦ καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ.
Ὅσιος Δημήτριος ἐκ Ρωσίας (11 Φεβρουαρίου)

O Ὅσιος Δημήτριος τοῦ Πριλούκ γεννήθηκε στήν περιοχή Περεγιασλάβ Ζαλέσκ τῆς Ρωσίας κατά τόν 14ο αἰῶνα μ.Χ. ἀπό οἰκογένεια πλούσια καί εὐσεβῆ. Ἀπό νεαρή ἡλικία ἐκάρη μοναχός καί ἵδρυσε μονή ἀφιερωμένη στόν Ἅγιο Νικόλαο.
Τό ἔτος 1354 ὁ Ἅγιος Δημήτριος συναντήθηκε μέ τόν Ἅγιο Σέργιο τοῦ Ραντονέζ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει στό Περεγιασλάβ γιά νά ἐπισκεφθεῖ τόν Μητροπολίτη Ἀθανάσιο. Ἀπό τότε οἱ δύο Ἅγιοι συνδέθηκαν διά φιλίας.
Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ἐξαπλώθηκε τόσο πολύ, ὥστε ὁ μέγας πρίγκιπας Δημήτριος Ἰωάννοβιτς τοῦ ζήτησε νά γίνει Πνευματικός Πατέρας τῶν τέκνων του.
Ὅμως ὁ Ἅγιος ἐπιθυμοῦσε τή μοναχική ἡσυχία. Ὑπό τήν ἐπίδραση τοῦ Ἁγίου Σεργίου ἀποσύρεται σέ ἀπομακρυσμένο τόπο καί ἐγκαθίσταται βόρεια μέ τόν μαθητή του Παχώμιο.
Στά δάση τῆς περιοχῆς Βολογκντά, κοντά στόν ποταμό Βελίκα, ἔκτισε τό ναό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί ἑτοιμαζόταν νά θέσει τά θεμέλια γιά τήν ἀνέγερση μονῆς. Ὅμως οἱ ντόπιοι, μέ τόν φόβο ὅτι τά χωράφια τῆς περιοχῆς θά γίνονταν μοναστηριακή περιουσία, ἀντέδρασαν καί ζήτησαν ἀπό τούς δύο μοναχούς νά ἀποχωρήσουν. Ἐκεῖνοι, χωρίς νά θέλουν νά ἐπιβαρύνουν κανένα μέ τήν παρουσία τους, μέ πικρία ἀπεχώρησαν.
Ὁ Ὅσιος Δημήτριος τότε συνέστησε τήν πρώτη κοινοβιακή μονή στό ρωσικό βορρά. Τό ἔτος 1372, μέ τήν πολύτιμη βοήθεια τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, ἀποπερατώθηκε ὁ ξύλινος καθεδρικός ναός τοῦ Σωτῆρος καί τό πρόσωπο τοῦ Ὁσίου ἄρχισε νά προσελκύει μαθητές καί μοναχούς ἀκόμη καί ἀπό τήν περιοχή τῆς γενέτειράς του.
Στή νέα μοναστική κοινότητα ὁ Ὅσιος συνδύαζε τήν προσευχή μέ τήν αὐστηρή ἄσκηση καί νηστεία, ἀλλά καί τήν φιλανθρωπία. Φρόντιζε γιά τό συσσίτιο τῶν πεινώντων, φιλοξενοῦσε ἀστέγους, βοηθοῦσε τούς πτωχούς, παρηγοροῦσε τούς θλιμμένους καί συμβούλευε πνευματικά ὅσους προσέτρεχαν καί ζητοῦσαν τόν Κύριο. Τίς δωρεές τῶν πιστῶν πρός τή μονή, τίς δεχόταν μέ διάκριση καί προσοχή καί τά διαχειριζόταν μέ τέτοιο τρόπο πού δέν προκαλοῦσε, ἀφοῦ πρόσεχε ἰδιαίτερα νά μήν καλλιεργεῖται στήν καρδιά τῶν μοναχῶν κοσμικό φρόνημα.
Ὁ Ἅγιος Θεός τόν προίκισε μέ τό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ἀφοῦ ἔζησε τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου του θεοφιλῶς καί θεαρέστως, ὁ Ὅσιος Δημήτριος κοιμήθηκε σέ βαθύ γῆρας τό ἔτος 1392.