LIVE TV

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΜΑΝΤΟΥΔΙΟΥ
LIVE TV

LIVE RADIO

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΜΑΝΤΟΥΔΙΟΥ
LIVE RADIO

MENU

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

 


Ἅγιος Συμεὼν ὁ Δίκαιος ὁ Θεοδόχος (3 Φεβρουαρίου)



Συμεών ἦταν ἄνθρωπος δίκαιος καί εὐλαβής, «προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ». Ἦταν ἄνθρωπος κατά τήν φύση, ἀλλά στήν ἀρετή ἄγγελος, ἄνθρωπος συναναστρεφόμενος μέ ἀνθρώπους, ἀλλά συμπολιτευόμενος μέ ἀγγέλους. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει ὅτι δέν θά πεθάνει προτοῦ ἀξιωθεῖ νά δεῖ τόν Χριστό καί νά Τόν κρατήσει στήν ἀγκαλιά του.
Ἡ Θεοτόκος κατά τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο, τοῦ εἶπε: «Δέξαι γεραρώτατε ἄνθρωπε, τόν πρός σέ μᾶλλον ἢ πρός ἐμέ τήν τεκοῦσαν νῦν ἐπειγόμενον· δέξαι τόν σέ ποθοῦντα μᾶλλον ἢ Ἰωσήφ· δέξαι τόν δευτέραν τῆς σῆς φιλίας τήν πρός ἐμέ τήν μητέραν στοργήν, ὡς ἔοικε λογιζόμενον· δέξαι, καί, ὡς βούλει, τοῦ ποθουμένου καταπόλαυε». Καί ἀμέσως μετά ἀπέθεσε στά χέρια τοῦ Πρεσβύτου Συμεών τόν Κύριο.
Ὁ Συμεών «σκιρτᾷ καί ἀγγαλιᾷ, καί λαμπρᾷ καί διαπρυσίῳ φωνή περί αὐτοῦ ἀνακέκραγε λέγων· οὗτός ἐστιν ὁ ὢν καί προών καί ἀεί τῷ Πατρί συμπαρών, ὁμοούσιος, ὁμόθρονος, ὁμόδοξος, ὁμοδύναμος, ἰσοδύναμος, παντοδύναμος, ἄναρχος, ἄκτιστος, ἀναλλοίωτος, ἀπερίγραπτος, ἀόρατος, ἄῤῥητος, ἀκατάληπτος, ἀψηλάφητος, ἀκατανόητος, ἀτέκμαρτος. Οὗτός ἐστι τῆς πατρικῆς δόξης τό ἀπαύγασμα, οὗτός ἐστιν ὁ χαρακτήρ τῆς πάντως συστάσεως, τοῦτο τό φῶς τῶν φώτων, ἐκ πατρικῶν ἀνατέλλον κόλπων».
«Εἶδε δέ ὁ Συμεών καί τόν Δεσπότην ἐπέγνω καί τήν ἑαυτοῦ ἀπόλυσιν. Τί λέγων; Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλόν σου δέσποτα κατά τό ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου, ἐπειδή προώρισε πρό τῶν αἰώνων ὁ νῦν γαλακτοτροφούμενος, ὁ ὑπό τῶν χειρῶν μου βασταζόμενος τοῦ μή ἰδείν με θάνατον πρίν ἴδω τόν Χριστόν Κυρίου».
Ὁ Συμεών προεῖπε στή Θεοτόκο ὅσες ἔμελλε νά ὑποστεῖ πικρίες καί ὅτι ὁ Κύριος θά ἦταν «εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Στό σημεῖο αὐτό γράφει ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος, Ἐπίσκοπος Ἰκονίου: «Τοῦ Συμεῶνος εἰρηκότος περί τοῦ Κυρίου εἰς ἐξάκουστον τῶν παρθενικῶν ἀκοῶν τό· ἰδού οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ καί, ἠγανάκτησεν εἰκός ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου κατά τοῦ Συμεῶνος λέγουσα πρός αὐτόν· Οὐκ οἶδας τί διαγορεύεις ἄνθρωπε. Ἐπί τόν Χριστόν σκυθρωπά καταγγέλλεις; Οὐκ οἶδας τήν σύλληψιν τοῦ παιδίου καί ὡς περί κοινοῦ τόκου σημεῖον ἀντιλογίας μηνύεις. Οὐδεμία πτῶσις ἐν αὐτῷ, ὕψωσις δέ πολλή καί συγκατάβασις τοῖς εὐεργετουμένοις. Τί οὖν οὐκ εὐλογεῖς φάσκων· ἰδού οὗτος κεῖται οὐκ εἰς πτῶσιν, ἀλλ’ εἰς ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ· διά τί δέ καί λέγεις σημεῖον ἀντιλεγόμενον; Ὁ δέ Συμεών πρός τήν παρθένον· ἀρκεῖ σοι, παρθένε, τό μητέρα σε κληθῆναι· ἱκανόν σοι τό τροφόν εὑρεθῆναι τοῦ τρέφοντος τόν κόσμον· μέγα σοι τό σαρκί βαστάσαι τόν τά πάντα βαστάζοντα. Ὁ ἐν σοί νῦν Χριστός κατοικήσας καί ἐν ἐμοί νῦν ὁ αὐτός τά περί αὐτοῦ λαληθῆναι παρεσκεύασεν ὅτι οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ· εἰς πτῶσιν τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων, εἰς ἀνάστασιν δέ τῶν πιστευόντων ἐθνῶν… σημεῖον ἀντιλεγόμενον τόν σταυρόν προσαγορεύσας».
Ὁ Συμεών ὁ Θεοδόχος κοιμήθηκε εἰρηνικά. Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο, μαζί μέ τῆς Προφήτιδος Ἄννας στό Ἀποστολεῖο Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, πού ἦταν παρεκκλήσιο τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου Εὐουρανιωτίσσης.

Προφήτιδα Ἄννα (3 Φεβρουαρίου)

Προφήτιδα Ἄννα ἦταν θυγατέρα τοῦ Φανουήλ, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀσήρ. Ἀφοῦ ἔζησε μέ τόν σύζυγό της μόνο ἑπτά χρόνια, γιατί ἐκεῖνος ἀπεβίωσε, πῆγε καί ἐγκαταστάθηκε στό ναό καί πρόσφερε τίς ὑπηρεσίες της. Ἔτσι λάτρευε τόν Θεό νύχτα καί ἡμέρα, μέ προσευχή καί νηστεία. Γι’ αὐτό καί ἀξιώθηκε νά δεῖ καί αὐτή τόν Κύριο, τόν ὁποῖο προσήγαγε στό ναό ἡ Παναγία καί ὁ δίκαιος Ἰωσήφ.
Ἡ Προφήτιδα Ἄννα κοιμήθηκε μέ εἰρήνη. Ἡ Σύναξή της ἐτελεῖτο, μαζί μέ τοῦ δικαίου Συμεῶν στό Ἀποστολεῖο Ἰακώβου Ἀδελφοθέου, πού ἦταν παρεκκλήσιο τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου Εὐουρανιωτίσσης.


Ἅγιος Βλάσιος ὁ βουκόλος (3 Φεβρουαρίου)

Ἅγιος Μάρτυς Βλάσιος καταγόταν ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καί γεννήθηκε ἀπό πλούσιους καί φιλάνθρωπους γονεῖς. Οἱ ἐπαγγελματικές ἀνάγκες τῆς οἰκογένειάς του τόν ἀνάγκασαν νά ἀπομακρυνθεῖ γιά λίγο ἀπό τήν Καισάρεια. Ὅταν ἔγινε διωγμός ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, οἱ εἰδωλολάτρες τόν καταζητοῦσαν ὡς Χριστιανό, ἀλλά δέν τόν εὕρισκαν. Ἡ μητέρα του, πού ποθοῦσε τή σωτηρία του, τοῦ συνέστησε νά ἀκολουθήσει τόν δρόμο τῆς φυγῆς. Ἀλλά ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε. Τόσοι ἄλλοι μαρτυροῦσαν. Γιατί, λοιπόν, αὐτός νά δραπετεύσει; Ἔτσι, προσῆλθε μέ προθυμία καί παραδόθηκε στούς διῶκτες του, τούς ὁποίους καί φιλοξένησε καί περιποιήθηκε σάν νά ἦταν εὐεργέτες του.
Τόν συνέλαβαν καί ἀφοῦ τόν μαστίγωσαν τόν ἔριξαν μέσα σέ κοχλαζόμενο λέβητα, ὅπου διέμεινε πέντε ἡμέρες χωρίς νά πάθει τίποτα. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ διαφύλαξε τόν Ἅγιο σῶο καί ἀβλαβή. Ἔτσι, πολλοί στρατιῶτες, πού εἶδαν τό θαῦμα, πίστεψαν στόν Χριστό καί βαπτίσθηκαν ἀπό τόν Ἅγιο μέ τό νερό τοῦ λέβητος.
Μόλις πληροφορήθηκε ὁ ἡγεμόνας τό γεγονός αὐτό, ἔστειλε ἐκεῖ ἄλλους στρατιῶτες νά βγάλουν τόν Ἅγιο Βλάσιο ἀπό τόν λέβητα. Ὅταν ὅμως καί αὐτοί ἔφθασαν ἐκεῖ καί εἶδαν τό θαῦμα, πίστεψαν στόν Χριστό. Ἔπειτα πῆγε ἐκεῖ καί ὁ ἴδιος ὁ ἡγεμόνας, γιά νά δεῖ τόν Ἅγιο μέσα στόν λέβητα μέ τό βρασμένο νερό. Ἐπειδή δέ, νόμιζε ὅτι τό νερό εἶχε κρυώσει, ζήτησε νά ἀντλήσουν ἀπό αὐτό, γιά νά νίψει τά μάτια του. Μόλις ὅμως ἔκανε αὐτή τήν ἐνέργεια, ἀμέσως τυφλώθηκε καί συγχρόνως ξεψύχησε.
Ἔτσι, ὁ Ἅγιος ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Ἀμέσως ἐπισκέφθηκε τήν οἰκογένειά του καί στή συνέχεια παρέδωσε τήν ψυχή του στόν Θεό. Ἐκεῖνοι δέ πού κατά τύχη παρευρίσκονταν ἐκεῖ, κατά τήν τελείωσή του, εἶδαν τή μακαρία του ψυχή, πού βγῆκε ἀπό τό στόμα του, σάν περιστερά λευκή καί ἀπαστράπτουσα, καί πέταξε στόν οὐρανό.

Ἅγιοι Σταμάτιος καὶ Ἰωάννης οἱ Νεομάρτυρες οἱ αὐτάδελφοι καὶ ὁ συνοδίτης αὐτῶν Νικόλαος 
(3 Φεβρουαρίου)

ἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες Σταμάτιος, Ἰωάννης καί Νικόλαος κατάγονταν ἀπό τίς Σπέτσες καί μαρτύρησαν ὑπέρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ στή Χῖο, τό ἔτος 1822 μ.Χ. Ἀπό αὐτούς οἱ δύο πρῶτοι, ὁ Σταμάτιος καί ὁ Ἰωάννης, ἤσαν ἀδελφοί. Ὁ πατέρας τους ὀνομαζόταν Θεόδωρος Γκίνης καί ἡ μητέρα τους Ἀνέζω.
Κατά τό ἔτος 1822 μ.Χ. οἱ Ἅγιοι ξεκίνησαν τό ταξίδι τους γιά τήν Κωνσταντινούπολη μαζί μέ ἄλλους πέντε ναυτικούς, πού ἀσχολοῦνταν μέ τό ἐμπόριο, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ συναθλητής αὐτῶν Νικόλαος. Ἡ σφοδρή θαλασσοταραχή τούς ἀνάγκασε νά προσαράξουν ἀπέναντι ἀπό τή Χῖο, σέ παραλία τῆς Μικρασιατικῆς γῆς πού ὀνομαζόταν Τσεσμέ. Ἀφοῦ ἐξῆλθαν στήν ξηρά, φοβούμενοι τούς Τούρκους, ἐμπιστεύτηκαν τήν ζωή τους σέ κάποιον Χριστιανό, τόν ὁποῖο παρακάλεσαν νά μεριμνήσει, δίδοντάς του ἀμοιβή γιά τήν ἐξεύρεση ὑλικῶν, προκειμένου νά ἐπισκευάσουν τά χαλασμένο πλοιάριό τους. Ὅμως αὐτός τούς πρόδωσε στόν ἀγᾶ καί ὁδήγησε ἐναντίον τους, τούς Τούρκους στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι τούς κατεδίωξαν. Ἀπό τούς ἑπτά οἱ δύο φονεύθηκαν, ἄλλοι δέ δύο ἔφυγαν διά θαλάσσης. Οἱ Ὀθωμανοί, ἐξαγριωμένοι, συνέλαβαν τούς δύο ἀδελφούς, Σταμάτιο καί Ἰωάννη καί τόν γέροντα πλοίαρχο Νικόλαο. Ὁ πασᾶς, ἀφοῦ τούς ἀνέκρινε, ἔδωσε ἐντολή νά φυλακίσουν τούς δύο ἀδελφούς καί νά ἀποκεφαλίσουν τό Νικόλαο στήν ἐκτός τοῦ κάστρου πεδιάδα.
Οἱ Τοῦρκοι προέτρεπαν τό Νικόλαο νά ἀλλαξοπιστήσει, γιά νά γλυτώσει τόν θάνατο καί νά κερδίσει τήν ζωή, ἐκεῖνος ὅμως ἀπάντησε μέ θάρρος ὅτι δέν ἀρνεῖται τήν πίστη του. Ἔτσι, ὀμολογώντας τόν Χριστό, δέχθηκε τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ ἀπέκοψαν τήν τίμια κεφαλή αὐτοῦ.
Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νά ἐξισλαμίσουν καί τούς δύο ἀδελφούς. Παρά τίς μεθοδικές καί ἐπίμονες προσπάθειες αὐτῶν, ἐπί ἑπτά συνεχεῖς ἡμέρες, δέν κατάφεραν τίποτε. Οἱ Μάρτυρες βρῆκαν τήν εὐκαιρία καί ἀπέστειλαν κρυφά ἔγγραφη τήν ἐξομολόγησή τους πρός τόν Μητροπολίτη Χίου, ὁ ὁποῖος τούς ἔδωσε τήν εὐλογία του, γιά νά προχωρήσουν πρός τόν δρόμο τοῦ μαρτυρίου μέ πνευματική ἀνδρεία. Κοινωνήσαντες δέ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, τῶν ὁποίων τήν ἀποστολή οἰκονόμησε ὁ Ἐπίσκοπος διά γυναικός, ἦσαν ἕτοιμοι γιά τήν μεγάλη θυσία. Προσαχθέντες ἐνώπιον τοῦ πασᾶ, διεκήρυξαν καί πάλι τήν ἀκλόνητη πίστη τους στόν Χριστό καί πορευόμενοι πρός τό μαρτύριο φώναξαν πρός τό πλῆθος: «Χριστιανοί εἴμεθα, γιά τόν Χριστό πηγαίνουμε στόν θάνατο». Ἔτσι δέχθηκαν τούς στέφανους τοῦ μαρτυρίου, ἀποκεφαλισθέντες, ὁ μέν νεομάρτυρας Σταμάτιος σέ ἡλικία 18 ἐτῶν, ὁ δέ νεομάρτυρας Ἰωάννης σέ ἡλικία 22 ἐτῶν.

Ἅγιος Νικόλαος ὁ Ἰσαπόστολος (3 Φεβρουαρίου)

Ἅγιος Νικόλαος, κατά κόσμο Ἰωάννης Ντιμιτρέβιτς Κασάτκιν, γεννήθηκε τήν 1η Αὐγούστου 1836 στό χωριό Μπεργιοζόβσκυ τοῦ Μπέλκ, κοντά στήν περιοχή τοῦ Σμολένκ. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Δημήτριος καί Ξένη καί ἦσαν εὐσεβεῖς καί φιλόθεοι. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀγάπησε τόν ἐκκλησιαστικό βίο ἀπό τήν παιδική του ἡλικία καί ἔκανε τά πρῶτα βήματά του μέσα στήν Ἐκκλησία μέ τήν βοήθεια τοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερεύς. Ὅταν ὁ Ἰωάννης μεγάλωσε, πῆγε στό τοπικό δημοτικό σχολεῖο καί μετά στό ἐκκλησιαστικό σεμινάριο τοῦ Μελίνσκι. Ἀφοῦ ἀποφοίτησε μεταξύ τῶν πρώτων, συνέχισε τίς σπουδές του στή θεολογική ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως, ἀπό τήν ὁποία τελείωσε τό ἔτος 1861.
Στήν Ἰαπωνία, λίγο μετά τήν ἄφιξη τῶν Πορτογάλων Ἰησουϊτῶν στό νότιο ἄκρο τόν 17ο αἰῶνα, οἱ Ὀλλανδοί ἔμποροι εἶχαν πείσει τήν κυβέρνηση πώς πρέπει ἡ χώρα νά προφυλαχθεῖ ἀπό τήν ὀλέθρια ἐπιρροή τῶν ξένων. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά κλείσουν τά λιμάνια γιά ὅλους ἐκτός ἀπό τούς ἐμπόρους αὐτούς. Γιά διακόσια χρόνια κράτησε ἡ πολιτική τοῦ ἀπομονωτισμοῦ, πού ἄρχισε σιγά – σιγά νά ὑποχωρεῖ. Ἔτσι δόθηκε στόν Ἅγιο Νικόλαο ἡ εὐκαιρία νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο στήν Ἄπω Ἀνατολή.
Στό Χακοντάτε, λιμάνι τῆς βόρειας Ἰαπωνίας, ἐγκαταστάθηκε Ρωσική Πρεσβεία καί τό προσωπικό της χρειαζόταν ἐφημέριο. Ὁ Ἰωάννης, πού πρίν τελειώσει τήν ἀκαδημία εἶχε καρεῖ μοναχός, εἶχε μετονομασθεῖ σέ Νικόλαο καί εἶχε χειροτονηθεῖ Πρεσβύτερος τό 1860 ἀπό τόν Μητροπολίτη Νόβγκοροντ καί Ἁγίας Πετρουπόλεως Γρηγόριο, ἦταν ἐκεῖνος πού μέ χαρά δέχθηκε νά ἐργαστεῖ ἱεραποστολικά στήν Ἰαπωνία. Καί ἔτσι τό 1861, σέ ἡλικία 26 ἐτῶν, ὁ νεαρός ἱερομόναχος ξεκίνησε χωρίς συνοδεία καί ταξίδεψε στήν Σιβηρία. Ἔτσι ἔφθασε στό Χακοντάτε ὡς ἐφημέριος τοῦ διπλωματικοῦ σώματος. Ἀπό ἐκεῖ ἔστειλε γράμμα στόν Μητροπολίτη τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως περιγράφοντας τόν πολιτισμό, τήν εὐγένεια καί τόν λεπτό χαρακτῆρα τῶν Ἰαπώνων. Τούς θαύμαζε γι’ αὐτά καί ὅμως συγχρόνως τούς λυπόταν, ἐπειδή τούς ἔλειπε τό κυριότερο: ἡ Ὀρθόδοξη πίστη.
Στό Χακοντάτε δέν τόν εἶχαν ὑποδεχθεῖ θερμά οὔτε οἱ Ρώσοι οὔτε οἱ Ἰάπωνες. Εἰδικά οἱ τελευταῖοι, ἐξ’ αἰτίας τοῦ χρόνιου ἀπομονωτισμοῦ τους, δέν εἶχαν τήν διάθεση νά ἀκούσουν τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτό ἀποθάρρυνε κάπως τό Νικόλαο. Στίς 9 Σεπτεμβρίου τοῦ 1861, ὅμως, δέχθηκε τήν ἐπίσκεψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰννοκεντίου, ἱεραποστόλου τῆς Ἀμερικῆς. Ἐκεῖνος τόν ἐπετίμησε γιά τόν φθίνοντα ἐνθουσιασμό του καί τόν συμβούλεψε νά μάθει τήν ἰαπωνική γλῶσσα. Ἔτσι καί ἔγινε. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἔμαθε τήν γλῶσσα καί ἄρχισε νά κηρύττει. Κάποια βραδιά, λοιπόν, καθώς μελετοῦσε στό κελί του, βλέπει ἕνα σαμουράϊ νά ὁρμᾶ στό δωμάτιό του μέ τό σπαθί στό χέρι. Θά τόν ἔσφαζε, τοῦ εἶπε, ἐάν δέν σταματοῦσε νά «διαφθείρει» μέ τά κηρύγματά του τούς ντόπιους. Ταπεινά ὁ Ἅγιος Νικόλαος δέχθηκε νά πεθάνει, ἂν ὅμως πρῶτα ὁ ἐπίδοξος δολοφόνος του θά μάθαινε τί μελετοῦσε τήν ὥρα ἐκείνη. Ὁ σαμουράϊ ἄφησε τό σπαθί του, γιά νά ἀκούσει τί εἶχε νά τοῦ πεῖ ὁ Ἅγιος. Καί ἔτσι αὐτός ἄρχισε νά τοῦ ἐξηγεῖ τήν δημιουργία τοῦ σύμπαντος ἀπό τόν Θεό, τό σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας καί πῶς ὁ Χριστός ᾖλθε στόν κόσμο γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν, ὁ παραλίγο δήμιός του νά κατηχηθεῖ καί νά βαπτισθεῖ. Λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ σαμουράϊ Τακούμα Σαβάμπε ἔγινε ὁ πατήρ Παῦλος, ὁ πρῶτος Ὀρθόδοξος Ἰάπωνας ἱερέας. Ἀκολούθησαν χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως, μεταφράσεως λειτουργικῶν βιβλίων καί τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἔντονης κατηχητικῆς διακονίας.
Τό ἔτος 1880, μετά ἀπό πολλά χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως, ἐξελέγη καί χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθόδοξης Ἰαπωνικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Τό ἱεραποστολικό του ἔργο ἦταν πολύ μεγάλο. Κατήχησε καί βάπτισε χιλιάδες ἀνθρώπους. Φρόντισε γιά τήν ἀνέγερση ναῶν, τήν πνευματική καλλιέργεια καί τήν λειτουργική ἀγωγή τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου. Ὁ ἴδιος ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ὁ Ὀρθόδοξος ἱεραπόστολος ὀφείλει νά ἔχει ἀνοιχτές τίς πόρτες τοῦ σπιτιοῦ του, γι’ αὐτούς πού ἐπιθυμοῦν μία προσωπική ἐπικοινωνία καί νά μεταβαίνει πρόθυμα ὅπου ὑπάρχει δυνατότητα μεταδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου».