LIVE TV

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΜΑΝΤΟΥΔΙΟΥ
LIVE TV

LIVE RADIO

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΜΑΝΤΟΥΔΙΟΥ
LIVE RADIO

MENU

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (27 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

 




Ὅσιος Προκόπιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Δεκαπολίτης (27 Φεβρουαρίου)


Ο Ὅσιος Προκόπιος ὁ Δεκαπολίτης ἔζησε στά χρόνια τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (717 – 741 μ.Χ.) καί διακρίθηκε γιά τήν πνευματική γενναιότητά του ὡς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἂν καί ἀπό νεαρή ἡλικία ἀκολούθησε τό μοναχισμό, δέν ἔμεινε στήν ἀπομόνωση τοῦ κελιοῦ του, ἀλλά ἀγωνίσθηκε σθεναρά κατά τῶν εἰκονομάχων. Γι’ αὐτό ὑπέστη πολλά βασανιστήρια, μαστιγώσεις, φυλακές καί ἐξορίες. Διακρίθηκε, ἐπίσης, στόν ἀγῶνα τῆς Ἐκκλησίας κατά τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν.
Ὁ Ἅγιος Προκόπιος φαίνεται ὅτι λίγο μετά τήν ἀποφυλάκισή του κοιμήθηκε, ἐνῷ κατ’ ἄλλους ὑπέμεινε μαρτυρικό θάνατο.


Ἅγιος Λέανδρος Ἐπίσκοπος Σεβίλλης (27 Φεβρουαρίου)



Ο Ἅγιος Λέανδρος, Ἐπίσκοπος Σεβίλλης τῆς Ἱσπανίας, διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καί φωτιστής τῶν Ἰσπανῶν, ἔζησε τόν 6ο μ.Χ. αἰῶνα καί ἦταν γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογενείας. Ὁ πατέρας του ἦταν δούκας καί καταγόταν ἀπό βυζαντινή γενιά, ἐνῷ ἡ μητέρα του ἦταν πρωτότοκη κόρη τοῦ Βησιγότθου βασιλέως Λεβιγκίντ, πού βασίλευε στήν Σεβίλλη, τήν πρωτεύουσα τοῦ βασιλείου τῶν Βησιγότθων. Πολύ νωρίς ἀκολούθησε τόν μοναχικό βίο καί διακρίθηκε γιά τήν μόρφωση καί τίς ἀρετές του. Γι’ αὐτούς τούς λόγους ἡ Ἐκκλησία τόν κατέστησε Ἐπίσκοπο τό ἔτος 579 μ.Χ. Ἵδρυσε θεολογική σχολή μέ σκοπό τή διάδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί τήν καλλιέργεια τῶν ἐπιστημῶν καί τῶν τεχνῶν γενικά, μέσα στό λαό τοῦ τότε βάρβαρου ἀκόμα βασιλείου. Οἱ δύο βασιλόπαιδες Χερμενεγκίλντ καί Ρεκαρέντ, ἀνεψιοί του ἀπό τήν πλευρά τῆς μητέρας του, ἦταν μεταξύ τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου.
Ὁ Χερμενεγκίλντ ἀνατράφηκε μέ τά νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ πίστη του στήν Ἐκκλησία δυναμώθηκε πιό πολύ χάρη στήν εὐσεβή σύζυγό του Ἴνγκαρντ, θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῶν Φράγκων Σιγεβέρτου. Ὅταν ὁ πατέρας του, μεταφέροντας τήν πρωτεύουσά του στό Τολέδο, τοῦ ὅρισε γιά διαμονή του τή Σεβίλλη, ξέσπασε διωγμός κατά τῶν Ὀρθοδόξων.
Ὁ αἱρετικός Λέβεγκιλντ ᾖλθε σέ σύγκρουση μέ τόν Ὀρθόδοξο γιό του Χερμενεγκίλντ. Ἦταν τέτοια ἡ ἔνταση τοῦ διωγμοῦ καί τῆς μανίας τῶν αἱρετικῶν, πού ὅπως γράφεται δέν ἔβλεπε κανείς πουθενά ἐλεύθερο ἄνθρωπο καί ἡ ἴδια ἡ γῆ ἔχασε τήν παλαιά της γονιμότητα. Ὁ αἱρετικός βασιλέας πολιόρκησε τήν Σεβίλλη καί ἔκλεισε σέ σκοτεινή φυλακή τόν υἱό του, ὅπου καί τόν στραγγάλισε τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα τοῦ 586 μ.Χ.
Τήν ἐποχή αὐτή, λίγο πρίν ἐξορισθεῖ καί αὐτός μαζί μέ ἄλλους ὁμολογητές τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Ἅγιος Λέανδρος ἔφυγε στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά ζητήσει τή βοήθεια τοῦ αὐτοκράτορα. Ἐκεῖ γνώρισε τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Μέγα, τόν Διάλογο, καί συνδέθηκε μαζί του μέ δυνατή φιλία. Ὅταν ὁ διωγμός κατά τῶν Ὀρθοδόξων ἔφθασε στά ἄκρα, ὁ βασιλιάς Λέβεγκιλντ προσβλήθηκε ἀπό θανατηφόρο ἀσθένεια, ἄλλαξε στάση, προσκάλεσε τόν Ἅγιο Λέανδρο στήν ἐπιθανάτια κλίνη του καί, ἀφοῦ μετανόησε, τόν παρακάλεσε νά κατευθύνει τό διάδοχό του Ρεκαρέντ πρός τήν ἀληθινή Ὀρθόδοξη πίστη. Ὁ νέος βασιλέας, ὑπάκουος στόν παλαιό διδάσκαλό του, μεταστράφηκε καί ἀνέλαβε ἀμέσως νά συγκαλέσει τήν Τρίτη ἐν Τολέδῳ Σύνοδο, ὅπου ἀνέγνωσε ἐνώπιον ὅλων τήν ὁμολογία πίστεως στίς ἀποφάσεις τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νίκαιας καί ἀνακοίνωσε ὅτι οἱ λαοί τῶν Γότθων καί Σουέβων, ἑνωμένοι, ἐπανέρχονται στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Λέανδρος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πρόεδρος αὐτῆς τῆς Συνόδου, ἀφιέρωσε πλέον τήν ὑπόλοιπη ζωή του στή διδασκαλία τοῦ ποιμνίου του μέ τό φωτισμένο του παράδειγμα κατ’ ἀρχήν, ἀλλά καί μέ τά ἐμπνευσμένα γραπτά του. Προετοίμασε ἀκόμη τόν ἀδελφό του, Ἅγιο Ἰσίδωρο, νά γίνει διάδοχός του στό θρόνο τῆς Σεβίλλης καί ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας. Βοήθησε ἀκόμη τήν ἀδελφή του, Ἁγία Φλωρεντίνη, νά γίνει ἱδρύτρια καί ἡγουμένη σαράντα μονῶν μέ χιλιάδες μοναχές, γράφοντας γι’ αὐτήν μοναχικό τυπικό πού ἀπό τότε καλεῖται «Κανών τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου». Ὀργάνωσε, ἐπίσης, τή Θεία Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας, πού λειτουργικά ὀνομάζεται «μοζαραβική».
Ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος τῆς Σεβίλλης, ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλές ἀντιξοότητες καί δοκιμασίες, παρέδωσε τήν ἁγία ψυχή του στόν Κύριο στίς 13 Μαρτίου τοῦ ἔτους 600 ἢ 601 μ.Χ.


Ὅσιος Τίτος ἐκ Ρωσίας (27 Φεβρουαρίου)


Ο Ὅσιος Τίτος γεννήθηκε στή Ρωσία καί ἀσκήτευε στή Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Ἡ ἱερατική του βιοτή ἦταν θεοφιλής καί ἰσάγγελη, ἐνῷ ἡ ἀγάπη του πρός ὅλους τούς ἀδελφούς ἀνιδιοτελής καί ἀνυπόκριτη.
Τότε ζοῦσε στή Λαύρα καί ἕνας διάκονος, πού ὀνομαζόταν Εὐάγριος. Ὁ μισόκαλος διάβολος, πού πάντοτε σπείρει ζιζάνια, ἔσπειρε ἔχθρα ἀνάμεσα στόν Ὅσιο Τίτο καί τό διάκονο Εὐάγριο. Καί ἐνῷ πρῶτα ἔτρεφαν ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο βαθιά ἀμοιβαία ἀγάπη, ἔφθασαν τώρα νά μήν θέλουν οὔτε νά ἰδωθοῦν. Τόσο πολύ μάλιστα τούς σκότισε ἡ ὀργή καί ἡ μνησικακία, ὥστε, ὅταν θυμίαζε ὁ ἕνας στό ναό, ὁ ἄλλος ἔφευγε. Καί ἂν δέν ἔφευγε, ὁ πρῶτος τόν προσπερνοῦσε χωρίς νά τόν θυμιάσει.
Ἔχοντας βυθιστεῖ σέ τέτοιο σκοτάδι ἐμπάθειας οἱ δύο ἀδελφοί, τολμοῦσαν νά λειτουργοῦν καί νά προσφέρουν τά Τίμια Δῶρα καί νά κοινωνοῦν, ξεχνώντας τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου πού λέγει: «Ἐάν προσφέρεις τό δῶρο σου στό θυσιαστήριο καί ἐκεῖ ἐνθυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου, ἄφησε ἐκεῖ τό δῶρο σου μπροστά στό θυσιαστήριο καί πήγαινε, πρῶτα νά συμφιλιωθεῖς μέ τόν ἀδελφό σου, καί τότε ἀφοῦ ἔλθεις πρόσφερε τό δῶρο σου».
Κάποτε ὁ Ὅσιος Τίτος ἀρρώστησε πολύ σοβαρά. Εἶχε μάλιστα φθάσει στά πρόθυρα τοῦ θανάτου, ὅταν ἄρχισε ξαφνικά νά κλαίει καί νά θρηνεῖ γιά τήν ἁμαρτία του. Ἀμέσως παρακάλεσε τούς μοναχούς νά καλέσουν τόν Εὐάγριο, γιά νά συγχωρεθοῦν. Ἐκεῖνος ὅμως, ὄχι μόνο δέν δέχθηκε νά συγχωρέσει τόν ἑτοιμοθάνατο ἀδελφό, ἀλλά ἄρχισε νά τόν καταριέται. Τότε τόν ἅρπαξαν καί τόν ἔφεραν διά τῆς βίας στόν Ὅσιο, γιά νά εἰρηνεύσουν. Μόλις τόν εἶδε ὁ Ὅσιος Τίτος ἀνασηκώθηκε μέ δυσκολία καί τόν ἱκέτευσε κλαίγοντας νά τόν εὐλογήσει. Ὁ ἀνελέητος Εὐάγριος ἀποστράφηκε ἄσπλαχνα τόν Ὅσιο καί δήλωσε μπροστά σέ ὅλους, ὅτι ποτέ δέν πρόκειται νά συμφιλιωθεῖ μαζί του οὔτε στήν παροῦσα ζωή οὔτε στήν ἄλλη. Δέν πρόλαβε ὅμως νά τελειώσει τόν λόγο του καί ἔπεσε κάτω ξερός! Οἱ πατέρες ἔτρεξαν νά τόν σηκώσουν, ἀλλά διαπίστωσαν πώς ἦταν νεκρός. Τό σῶμα του ἀμέσως πάγωσε σάν μάρμαρο. Τήν ἴδια στιγμή ὁ Ὅσιος Τίτος σηκώθηκε ὄρθιος, ἐντελῶς ὑγιής, σάν νά μήν εἶχε ἀρρωστήσει ποτέ. Μέ φρίκη καί δέος ἀντίκρισαν ὅλοι τόν ἄδοξο θάνατο τοῦ μνησίκακου Εὐαγρίου καί τήν θαυματουργική ἴαση τοῦ Ἁγίου.
Ὁ Ὅσιος Τίτος, μετά τήν συγκλονιστική αὐτή ἐμπειρία, ἀπομάκρυνε γιά πάντα ἀπό τή ζωή του, ὄχι μόνο τήν ἐξωτερική ὀργή, ἀλλά καί κάθε κακό λογισμό γιά ὁποιονδήποτε ἀδελφό, μέχρι τήν ἡμέρα πού κοιμήθηκε εἰρηνικά καί παρέδωσε τό πνεῦμα του στόν Θεό. Ἦταν τό ἔτος 1190.



Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (27 Φεβρουαρίου)



Ο Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης γεννήθηκε το 1912 μ.Χ. στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ο πατέρας του ονομάζονταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτορία. Ο Γέροντας είχε σαν κοσμικός το όνομα Ευάγγελος. Τελείωσε το Γυμνάσιο αλλά η Χάρις του Θεού έκλεινε στον Ευάγγελο τις κοσμικές θύρες της αποκατάστασης.

Στην Θήβα, όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια του, ο Ευάγγελος γνώρισε τους γεροντάδες του τον Εφραίμ και τον Νικηφόρο.

Η ζωή του Ευάγγελου ήταν καλογερική. Αγωνίζονταν πνευματικά με την ευχή του Ιησού, τις μετάνοιες, την νηστεία και κυρίως με την υπακοή.

Η μητέρα του αξιώθηκε να λάβει πληροφορία από τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο (βλέπε 28 Ιανουαρίου) ότι το θέλημα του υιού της να γίνει μοναχός ήταν και θέλημα Θεού και πώς ο Ευάγγελος θα τιμήσει την μοναχική ζωή.

Την 14η Σεπτεμβρίου 1933 μ.Χ. ο Ευάγγελος άφησε τον κόσμο ήλθε στην έρημο του Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου και έβαλε μετάνοια στην συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου. Μετά την δοκιμασία του εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος. Το 1935 μ.Χ. έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα του Νικηφόρο και έλαβε το όνομα Εφραίμ. Τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε Ιερέας.

Ο Όσιος Εφραίμ αξιώθηκε και γνώρισε τον πρύτανη της ησυχαστικής ζωής τον διορατικό, προορατικό και άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (βλέπε 16 Αυγούστου) και συνδέθηκε πνευματικά μαζί του με την ευλογία του Γέροντα του Νικηφόρου. Ο Γέροντας Ιωσήφ με την σειρά του είχε διδαχθεί την απλανή πνευματική ζωή από τους περίφημους ησυχαστές μοναχό Καλλίνικο και Ιερομόναχο Δανιήλ. Επομένως ο Όσιος Εφραίμ μας διδάσκει την επίμονη αναζήτηση για την πνευματική ζωή και την ανεύρεση απλανούς πνευματικού οδηγού, πού θα είναι «Εκδόσεις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως». Ο απλανής πνευματικός βλέπει τις δαιμονικές πλάτες και με τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα οδηγεί τα πνευματικά παιδιά του στον Παράδεισο.

Ο Όσιος Εφραίμ διαχώρισε την γνήσια υπακοή από την αρρωστημένη όταν συμβούλευσε κοινοβιάτη μοναχό να κάνει υπακοή στον Γέροντα του όχι σαν ζώο αλλά από αγάπη και ζήλο Θεού.

Ο άγιος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έδωσε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής στον Όσιο Εφραίμ, για να καλλιεργεί την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησον με», να έχει φυλακή των αισθήσεων και τον οδήγησε στην κάθαρση της καρδίας και τον θείο φωτισμό.

Ο Όσιος Εφραίμ με την ευλογία του Οσίου Γέροντος Ιωσήφ εντρύφησε στην «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών» και ελάμβανε τις συμβουλές των Νηπτικών Πατέρων για τον αγώνα του. Δεν διάβαζε ούτε βιβλία ψυχιατρικής, ούτε «κουλτουριάρικα» αναγνώσματα δια πνευματικές επιδείξεις στα σαλόνια, ούτε είχε τον φόβο μήπως τον αποκαλέσουν οι κοσμικοί κύκλοι «φονταμενταλιστή».

Το 1973 μ.Χ. εκοιμήθη ο Ιερομόναχος Νικηφόρος ο Γέροντας του Οσίου Εφραίμ.

Ο Όσιος Εφραίμ μετά το 1980 μ.Χ. είχε συγκροτήσει συνοδεία και τήρησε την εντολή του Οσίου Γέροντος Ιωσήφ να αποκτήσει συνοδεία μετά τον θάνατο του παπα-Νικηφόρου. Επομένως ο Όσιος Εφραίμ πρώτα έφθασε στην κάθαρση και κατόπιν έγινε ο ίδιος Γέροντας. Ο Όσιος Εφραίμ πολέμησε τον μεγάλο εχθρό της πνευματικής ζωής την κενοδοξία. Οι θυσίες του γίνονταν για τον Χριστό και όχι για προσδοκώμενο έπαινο από τους ανθρώπους.

Η θ. Λειτουργία για τον Όσιο Εφραίμ ήταν συγκλονιστικό και βιωματικό γεγονός. Είχε εκμυστιρευθεί σε Ιερομόναχο πνευματικό φίλο του ότι από την πρώτη θεία Λειτουργία πού τέλεσε, έβλεπε αισθητά την Χάρη του Θεού να μεταβάλλει τα θεία δώρα. Μάλιστα, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό μέσα στο δισκάριο και ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα δάκρυα του, όταν έφθανε στο τεμαχισμό του Σώματος του Χριστού. Έβρεχε με τα δάκρυα του το αντιμήνσιο κατά την θεία Λειτουργία και έβλεπε δεξιά και αριστερά τους αγγέλους να συλλειτουργούν.

Όμως ο Όσιος Εφραίμ δεν αναφέρθηκε ποτέ σε «λειτουργική αναγέννηση» και μάλιστα ζητούσε σε κοινοβιάτες, πού βρίσκονταν στα εξωτερικά διακονήματα να μη παραλείπουν το ψαλτήρι.

Ο Όσιος Εφραίμ ήταν κοσμημένος με το διορατικό χάρισμα και έβλεπε την πνευματική κατάσταση κάθε κληρικού ή μοναχού και έδιδε τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα για την πρόοδο στην πνευματική ζωή.

Η Χάρις του Θεού είχε κοσμήσει τον Όσιο Εφραίμ και με το προορατικό χάρισμα, γι 'αυτό και έβλεπε καταστάσεις πού έρχονταν (όπως ο σεισμός του 1977 μ.Χ. στην Θεσσαλονίκη), αλλά και πολλές φορές είχε προσφωνήσει λαϊκούς ακόμα και μικρά παιδιά με τα ονόματα πού έλαβαν μετά από χρόνια στην μοναχική τους κούρα. Μάλιστα, κάποιος φοιτητής έστειλε μία περιληπτική και χωρίς λεπτομέρειες επιστολή στον μακαριστό Γέροντα και έλαβε απάντηση από τον Όσιο Εφραίμ, πού του περιέγραφε με λεπτομέρειες την πνευματική του κατάσταση ακόμα και κατασταθείς στον χώρο πού διέμενε ο φοιτητής χωρίς αυτός να τις έχει προαναφέρει.

Κάποτε άγνωστοι μεταξύ τους κληρικοί συναντήθηκαν στον δρόμο για τα Κατουνάκια και όταν έφτασαν στον Όσιο Εφραίμ, ο μακαριστός άγιος Γέροντας άρχισε να επιπλήττει έναν από τους κληρικούς, πώς δεν είναι παπάς αλλά μασόνος, πού έβαλε ράσο, για να κατασκοπεύει το Άγιον Όρος. Ο μασόνος παραδέχτηκε την ραδιουργία του.

Ο Όσιος Εφραίμ έζησε εμπειρίες, πού μόνο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούν να ζήσουν, μακριά από παπικές η προτεσταντικές πλάνες.

Κάποτε ένας ηγούμενος, δύο θεολόγοι και ένας φοιτητής ζήτησαν από τον Όσιο Εφραίμ να τους εξηγήσει την ευωδιά των αγίων λειψάνων. Ο Όσιος έσκυψε το κεφάλι του στο μέρος της καρδιάς και προσεύχονταν. Ο τόπος γέμισε ευωδιά και ο Όσιος Εφραίμ τους είπε πώς επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος να το εξηγήσει παρακάλεσε τον Θεό να απαντήσει στους συνομιλητές. Ο Όσιος Εφραίμ αισθάνονταν τις αμαρτίες σαν δυσοσμία. Κάποιος επίσκοπος μέσω τρίτου ρώτησε τον μακαριστό άγιο Γέροντα για τον οικουμενισμό. Ο Γέροντας έκανε προσευχή, για να τον πληροφορήσει ο Θεός και τότε ξεχύθηκε μία δυσωδία με γεύση ξινή, αλμυρή και πικρή, πού τον γέμισε με αποτροπιασμό.

Η παρακαταθήκη του Οσίου Εφραίμ για την ενότητα των Ορθοδόξων ήταν σαφής «Το σχίσμα εύκολα γίνεται, η ένωση είναι δύσκολος». Άραγε, πόσο απήχηση έχουν σήμερα τα λόγια ενός θεοφόρου σύγχρονου Πατρός;

Ο Όσιος Εφραίμ αναδείχθηκε με την Χάρη του Θεού και πρακτικός οδηγός στην ποιμαντική του γάμου και της οικογενείας, γιατί βοήθησε πολλούς νέους να καταλήξουν στον γάμο χωρίς να τους πιέσει γι' αυτό αλλά και οι επιστολές του, πού σώζονται, αποτελούν πνευματική παρακαταθήκη και «σχολή γονέων» χωρίς ψυχολογικές και φιλοσοφικές θεωρίες για τις αγωνιζόμενες πνευματικά οικογένειες.

Το 1996 μ.Χ. ο Όσιος Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Δεν γόγγυσε καθόλου αλλά δοξολογούσε τον Θεό. Μας αφήνει το άγιο παράδειγμα του για την αντιμετώπιση των ασθενειών.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1998 μ.Χ. ο Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης του Αγίου Όρους παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, πού υπηρέτησε από την νεότητα του.

Λέγουν πώς κάποτε ρωτήσανε έναν υπερήλικα, πού ζούσε τον 19ο αιώνα μ.Χ., να πει το συγκλονιστικότερο γεγονός στην ζωή του. Ο υπερήλικας απάντησε ότι όταν ήταν μικρός είδε και άκουσε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Και η δική μας γενιά αξιώθηκε να γνωρίσει τα εύοσμα άνθη του Αθωνικού Μοναχισμού, τον Όσιο Γέροντα Παίσιο και τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, πού μας καλούν να ακολουθήσουμε την ζωή τους.

Τα τέλη του Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη

Το Νοέμβριο του 1996 μ.Χ. ένα ισχυρό επεισόδιο τον έριξε μόνιμα στο κρεβάτι με σχεδόν τέλεια ακινησία, αφωνία, αδυναμία καταπόσεως. Φαινόταν να μην έχει καμιά επαφή με το περιβάλλον. Δεν προσπαθούσε να πει τίποτε, έστω και με χειρονομίες. Ούτε φαινόταν να ακούει ό,τι τον ρωτούσαν. Ήταν ένα μυστήριο. Μόνο όταν πονούσε πολύ, βογκούσε.

Οι αδελφοί που τον αγαπούσαν, του έγραφαν: «Και όταν η καθημερινότης με παρασύρει πολλές φορές, βλέπω νοερώς εντός μου το δικό σας βλέμμα και ιλιγγιώ ο άθλιος μπροστά στη δική σας υπομονή και στις δικές σας δοκιμασίες»…

Παρ’ όλες τις δοκιμασίες όμως έβλεπε, έστω λίγο, και άκουγε μια χαρά. Και η απόδειξη ήταν ότι ανταποκρινόταν με χαμόγελα ή και γέλια ακόμη, όταν του διηγούνταν τις αγαπημένες του χαριτωμένες ιστοριούλες που συνήθιζε και ο ίδιος να χρησιμοποιεί παλαιότερα. Ήταν ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί του στην κατάσταση τετραπληγίας που βρισκόταν. Πάντοτε ευχαριστιόταν να χαριτολογεί λέγοντας διδακτικές ιστορίες από την ελληνική μυθολογία ή την λαϊκή παράδοση, άλλοτε να αυτοσαρκάζεται ή να πειράζει τους άλλους με ευφυΐα και αγαθότητα.

Όταν κάποιος δεν έτρωγε το φαγητό του από θεληματάρικη άσκηση, διηγείτο για το γαϊδουράκι του Χότζα που δεν το τάισε μια, δεν το τάισε δύο, και χαιρόταν που δούλευε χωρίς έξοδα. Κάποια στιγμή όμως η πόρτα του στάβλου δεν άνοιγε, γιατί το γαϊδουράκι ψόφησε και έπεσε κάτω φαρδύ-πλατύ.

Άλλοτε σχηματίζοντας σαν παιδική τη φωνή του προσποιούταν τη συνομιλία δύο μικρών παιδιών:- Που είναι τα σταφύλια; -Τί τα θέλεις; – Να τα δω!» για να στηλιτεύσει την παιδική πονηριά κάποιου.

Για άλλον που δεν έλεγε να μάθει στοιχειώδη τυπικά, θυμόταν τη φλάσκα του παπά. Ήταν αγράμματος και μέτρησε κουκιά μέσα σε ένα σακούλι. Τρώγοντας ένα κάθε μέρα θα ήξερε πότε να κάνει Πάσχα. Η παπαδιά το αντιλήφθηκε και πρόσθετε κουκιά, για να τον ευχαριστήσει. Και ο παπάς απαντούσε στους παραπονούμενους χωρικούς: «Όπως πάνε τα κουκιά και όπως δείχνει η φλάσκα, ούτε φέτος έχει Λαμπρή ούτε του χρόνου Πάσχα».

Αν κάποιος έκανε υπακοή για τα μάτια, κουνούσε χαμογελώντας το κεφάλι, και με βαριά προσποιητή φωνή έλεγε: «Αντώνη, Αντώνη.,.», θυμίζοντας την αποδοκιμαστική φράση και έκφραση ενός άγιου γέροντος που ο υποτακτικός του έκανε υπακοή, μόνο όταν ήταν παρόντες άλλοι.

Αυτά και άλλα παρόμοια, μικρότερα ή εκτενέστερα, ήταν που του κρατούσαν εύθυμη συντροφιά τους δεκατρείς μήνες της συνεχούς κατακλίσεώς του στο κρεβάτι του πόνου. Όταν ο πυρετός και η ασθένεια δυνάμωναν, το χαμόγελο μαραινόταν στα γεροντικά χείλη του.

Δεν αναπαυόταν στην κατάκλιση. Προτιμούσε να κάθεται στο κρεβάτι με τα πόδια χαμηλά στο πάτωμα και την πλάτη στηριγμένη σε μαξιλάρια. Όπως πάντοτε πολύ σκυφτός. Η αγαπημένη του στάση προσευχής. Σ’ αυτήν τη στάση τον πήρε ήσυχα ο Θεός στις 27 Φεβρουαρίου 1998 μ.Χ.

Επανειλημμένα είχε δώσει εντολές να γίνει η κηδεία του στον στενό κύκλο της γειτονιάς. Αλλά το μυστικό διέρρευσε και αρκετοί πατέρες πρόλαβαν τον τελευταίο ασπασμό του. Ένας απ’ αυτούς γράφει:

«Ο Γέροντας, άνθρωπος Όσιος, με αγία ζωή, έμπλεως της χάριτος του Θεού με πληροφορίας δι όσα ο ιδικός του κόσμος χωρούσε, και όμως ζούσε με την αίσθηση του αμαρτωλού και παρακαλούσε να ευχώμεθα δι΄ αυτόν.

“Παιδί μου, σε παρακαλώ, όταν φύγω, να μου κάνεις ένα σαρανταλείτουργο και πάντοτε να με μνημονεύεις”. Είχε δώσει εντολή στη θανή του να παρευρεθούν οι γείτονες, με τους οποίους πέρασε την παρούσα ζωή. Δι’ εμέ είχε δώσει ευλογία να με καλέσουν. Τον ευχαριστώ. Τη νύκτα της θανής του τον βλέπω στον ύπνο μου ντυμένο λευκή ιερατική στολή, αστράπτοντα, χαριέστατον και λέγοντα: “Παπαδάκο μου, υπάγω να λειτουργήσω”.

Παρευρέθην εις την κηδεία του. Έβλεπα κοιμώμενον έναν όσιον ανήκοντα πλέον εις την χορείαν των Αγιορειτών Πατέρων και ηυχαρίστησα τον Θεόν και τον Γέροντα που με αγάπησε και χαρακτήρισε την ζωήν μου με την ιδικήν του. Τέλος, το σώμα του εδέχθη η μητέρα γη, αγιαζομένη υπ’ αυτού, την δε αγίαν του ψυχήν υπεδέχθη χαίρουσα η χορεία πάντων των Οσίων των εν ασκήσει διαλαμψάντων, των οποίων η μνήμη την ήμερα εκείνη ήρχιζε με τον Εσπερινό, δια να εορτάσει ούτω ο Όσιος μετά των Οσίων.

»Εις ημάς άφησε μνήμην και υπόδειγμα ενάρετου ησυχαστικής ζωής, ζωής Αγιορείτου μονάχου και νοσταλγικήν ανάμνησιν του σεπτού του προσώπου.

»Εις τα τεσσαρακονθήμερα μνημόσυνα δεν ηδυνήθην να παρευρεθώ, διότι είχομεν εις το κελλίον μας κουράν, και εστενοχωρούμην που δεν ήμουν και εγώ εκεί. Εις την Λειτουργίαν μετά τον καθαγιασμόν, εις τήν μνημόνευσιν των κεκοιμημένων, λέγων “Μνήσθητι, Κύριε, του πατρός ημών Εφραίμ…” αισθάνομαι δύο χέρια να με αγκαλιάζουν στοργικά στους ώμους. Με έπιασε ρίγος. Σταμάτησα. Γύρισα πίσω. Δεν βλέπω τίποτε. Τον ηυχαρίστησα και συνέχισα την Λειτουργίαν. Η αγαπώσα καρδία του πιστεύω ότι μας παρακολουθεί. Εύχεται και το αισθανόμεθα».


Ἅγιος Ραφαὴλ Ἐπίσκοπος Μπρούκλιν (27 Φεβρουαρίου)



Ο Ἅγιος Ραφαήλ γεννήθηκε στή Συρία τό ἔτος 1860 ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Μιχαήλ Χαβαβίνυ καί τή Μάριαμ, θυγατέρα τοῦ ἱερέως τῆς Δαμασκοῦ. Τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων τοῦ 1861 βαπτίσθηκε καί ὀνομάσθηκε Ραφαήλ.
Σπούδασε στή θεολογική σχολή τῆς Χάλκης καί χειροτονήθηκε διάκονος στίς 8 Δεκεμβρίου τοῦ 1885. Στή συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα στή θεολογική ἀκαδημία τοῦ Κιέβου. Μέ τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη Ἀντιοχείας Σίλβεστρο, διευθυντή τῆς ἀκαδημίας καί ἕνα μῆνα ἀργότερα ἔλαβε τό ὀφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἀπό τόν Μητροπολίτη Μόσχας Ἰωαννίκιο. Ὡς πρεσβύτερος πλέον ἀνέλαβε καθήκοντα ἐξάρχου τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας στή Ρωσία.
Ὁ ἱεραποστολικός ζῆλος ὁδήγησε τά βήματά του στήν Ἀμερική. Ἔφθασε στή Νέα Ὑόρκη στίς 2 Νοεμβρίου 1895 καί ἀνέλαβε ὡς βοηθός τοῦ Ἐπισκόπου Νικολάου. Ἀνέλαβε σημαντικό ἱεραποστολικό ἔργο καί ἀσχολήθηκε μέ τή συγγραφή θεολογικῶν βιβλίων καθώς καί μέ τήν ἀνέγερση νέων ναῶν.
Τό ἔτος 1903 ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τόν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο Μπρούκλιν καί τοῦ ἀνέθεσε τό ἱεραποστολικό ἔργο στή Βόρειο Ἀμερική.
Ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1915.



Ὅσιος Θαλλέλαιος (27 Φεβρουαρίου)


Ο Ὅσιος Θαλλέλαιος καταγόταν ἀπό τήν Κιλικία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐπειδή ἀγάπησε τόν μοναχικό βίο, μετέβη στήν πόλη τῶν Γαβάλων τῆς Συρίας, σέ ὄρος ψηλό ἐπί τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε ναός τῶν εἰδώλων καί ἔστησε τήν μικρή καλύβα του ἀσκητεύοντας μέ προσευχή καί νηστεία. Ὅταν εἶδαν οἱ δαίμονες τήν ἀρετή του, δοκίμασαν νά τόν ἐκφοβήσουν. Δέν μπόρεσαν ὅμως. Μέ προσευχή τούς ἔκανε ἄφαντους. Ἐκεῖνοι τότε ἐξεμάνησαν καί ἄρχισαν νά σπᾶνε τά δένδρα καί ἐπειδή οὔτε μέ αὐτό παρακίνησαν τόν Ὅσιο, τή νύχτα μέ φωνές καί θορύβους, ἐπιτίθονταν σέ αὐτόν. Χωρίς ὅμως νά κατορθώσουν τίποτα, ὑπεχώρησαν.
Ὁ Ὅσιος ἦταν γεμάτος ταπεινοφροσύνη. Ποτέ δέν ὑπερηφανεύθηκε γιά τήν ἐγκράτεια καί τά πνευματικά κατορθώματά του καί ὁδηγοῦσε πρός τόν Χριστό πλανεμένες ψυχές. Ὅποτε μάλιστα τοῦ ἔκαναν λόγο ἐπαινετικό, ὁ Ὅσιος δέν ἤθελε νά τόν δεχθεῖ, διότι θεωροῦσε πνευματικά ὠφέλιμο νά προσέχει ποῦ ὑστεροῦσε καί ὄχι νά ἀκούει γιά τήν προκοπή του.
Ἐπειδή ὅμως ὁ Ὅσιος ἐπιθυμοῦσε νά ζήσει πιό αὐστηρό ἀσκητικό βίο, ἐγκατέλειψε τήν καλύβα καί ἔκτισε κελί τόσο στενό, ὥστε εἰσερχόταν σέ αὐτό μέ δυσκολία. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς ἐπί δέκα χρόνια, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη. Τόν βίο του συνέγραψε ὁ Θεοδώρητος Κύρου στή Φιλόθεο Ἱστορία του.