LIVE TV

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΜΑΝΤΟΥΔΙΟΥ
LIVE TV

LIVE RADIO

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΜΑΝΤΟΥΔΙΟΥ
LIVE RADIO

MENU

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

 


Ἁγία Φωτεινὴ ἡ Μεγαλομάρτυς ἡ Σαμαρείτιδα (26 Φεβρουαρίου)


Ἁγία Μεγαλομάρτυς Φωτεινή καταγόταν ἀπό τήν Σαμαρειτική πόλη Σιχάρ. Τίς πρῶτες πληροφορίες γιά τήν Ἁγία τίς βρίσκουμε στό Δ’ κεφάλαιο τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου.
Κάθε μεσημέρι πήγαινε ἔξω ἀπό τήν πόλη, στό πηγάδι τό λεγόμενο τοῦ Ἰακώβ, καί γέμιζε τήν στάμνα της. Ἐκεῖ, μία ἡμέρα, συνάντησε τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος φανέρωσε σέ αὐτήν ὅλη τή ζωή της. Ὁ Κύριος εἶπε στήν Ἁγία, ὅτι Αὐτός εἶναι «τό ὕδωρ τό ζῶν», δηλαδή ἡ ἀστείρευτη πηγή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό τό «πνευμνατικό ὕδωρ» ἔδωσε ὁ Κύριος στή Σαμαρείτιδα, ἡ ὁποία βαπτίσθηκε Χριστιανή μεταξύ τῶν πρώτων γυναικῶν τῆς Σαμάρειας καί ὀνομάσθηκε Φωτεινή.
Ἀπό τότε ἀφιέρωσε τόν ἑαυτό της στήν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στήν Ἀφρική καί στή Ρώμη. Ἐκεῖ ἔλαβε καί μαρτυρικό θάνατο ἀπό τόν αὐτοκράτορα Νέρωνα (54 – 68 μ.Χ.), ὅταν αὐτός ἔμαθε ὅτι ἡ Ἁγία Φωτεινή ἔκανε Χριστιανές τήν θυγατέρα του Δομνίνα καί μερικές δοῦλες της.
Μαζί μέ τήν Ἁγία Φωτεινή μαρτύρησαν οἱ υἱοί της καί οἱ πέντε ἀδελφές της.


Ἁγίες ἀδελφὲς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς Φωτώ, Φῶτις, Παρασκευή, 
Κυριακὴ καὶ Ἀνατολὴ οἱ Μάρτυρες (26 Φεβρουαρίου)



Οἱ Ἁγίες Φωτώ, Παρασκευή, Κυριακή καί Ἀνατολή τελειώθησαν διά ξίφους καί ἡ Ἁγία Φῶτις ἐτέθηκε σέ δύο δένδρα, τά ὁποία ἀπολυθέντα τήν διέσχισαν στά δύο.



Ἅγιος Σεβαστιανὸς ὁ δοῦκας (26 Φεβρουαρίου)



Ο Ἅγιος Μάρτυς Σεβαστιανός ἦταν ἡγεμόνας τῆς πόλεως τῆς Καρθαγένης. Ἀσπάσθηκε τή χριστιανική πίστη ἀπό τόν εὐαγγελικό λόγο τοῦ υἱοῦ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς Βίκτωρος ἢ Φωτεινοῦ καί μαρτύρησε ἐπί αὐτοκράτορα Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.).

Ἅγιος Πορφύριος Ἐπίσκοπος Γάζης (26 Φεβρουαρίου)


Ο Ἅγιος Πορφύριος γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη ἀπό πλούσιους καί εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε καί γονεῖς καί πλούτη, στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀρκαδίου καί Ὀνωρίου, ἀναχώρησε γιά τήν Αἴγυπτο πού ἦταν τότε μεγάλο μοναστικό κέντρο καί ἔγινε μοναχός σέ σκήτη. Μετά πενταετή διαμονή ἦλθε στά Ἱεροσόλυμα καί κήρυσσε στούς Ἰουδαίους καί τούς Ἕλληνες τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἀσθένησε σοβαρά ἀπό κίρρωση τοῦ ἥπατος, ἀλλά παρά τήν ἀσθένειά του δέν παρέλειπε καθημερινά νά ἐπισκέπτεται τό Ναό τῆς Ἀναστάσεως καί τά ἄλλα ἱερά προσκυνήματα, προκαλώντας τόν θαυμασμό τῶν ἄλλων προσκυνητῶν. Μεταξύ αὐτῶν ἦταν καί ὁ Μᾶρκος, ὁ μετέπειτα βιογράφος τοῦ Πορφυρίου, ὁ ὁποῖος εἶχε μεταβεῖ, ἐπίσης, γιά προσκύνημα ἀπό τήν Ἀσία στά Ἱεροσόλυμα καί ἀπό τότε συνδέθηκαν διά βίου. Ὁ Μᾶρκος ἀποδείχθηκε πιστός καί χρήσιμος συνεργάτης του, ἀνέλαβε μάλιστα νά τακτοποιήσει μία σοβαρή ἐκκρεμότητα πού εἶχε ἀφήσει στή Θεσσαλονίκη ὁ Πορφύριος, τόν καταμερισμό δηλαδή τῆς οἰκογενειακῆς περιουσίας του μέ τά ἐνήλικα πλέον ἀδέλφια του. Κατά τήν διάρκεια τῆς ἀπουσίας τοῦ Μάρκου στή Θεσσαλονίκη, ἡ ὑγεία τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου ἀποκαταστάθηκε θαυματουργικά, κατόπιν ὁράματος τῆς σταυρώσεως τοῦ Κυρίου καί τοῦ εὐγνώμονος λῃστοῦ. Ὁ Μᾶρκος διεκπεραίωσε τήν ὑπόθεση μέ τόν καλύτερο τρόπο καί ἐπέστρεψε μέ τό μερίδιο τῆς περιουσίας, ὕψους 4.400 νομισμάτων καί μέ πλῆθος ἀργυρῶν σκευῶν καί πολύτιμων ἐνδυμάτων, τά ὁποία σύντομα ἐκποίησε καί μοίρασε στούς πτωχούς καί στά μοναστήρια τῶν Ἱεροσολύμων καί τῆς Αἰγύπτου, τά ὁποία ἦταν πολύ πτωχά.
Ἐκεῖ χειροτονήθηκε, τό ἔτος 392 μ.Χ., Πρεσβύτερος ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἰωάννη Β’ (386 – 417 μ.Χ.). Μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου Γάζης Αἰνείου, τό 395 μ.Χ., ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς Γάζης καί χειροτονήθηκε ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Ἰωάννη. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐπιτέλεσε πολλά θαύματα, ὁδήγησε καί πολλούς εἰδωλολάτρες καί αἱρετικούς στήν ἀληθινή θεογνωσία.
Γιά νά προστατεύσει ὁ Ἅγιος τό ποίμνιό του ἀπό τίς ἀδικίες τῶν Ἐθνικῶν καί τῶν ἀρχόντων, δέν δίστασε νά μεταβεῖ στήν Κωνσταντινούπολη καί νά ζητήσει τήν συνδρομή τῶν αὐτοκρατόρων Ἀρκαδίου (395 – 408 μ.Χ.) καί Εὐδοξίας. Ἐκεῖ συνάντησε καί τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος τόν συνέστησε στόν Ἀμάντιο τόν κουβικουλάριο καί στούς βασιλεῖς καί στήριξε μέ θέρμη τό αἴτημά του νά καταστήσει γνωστή στούς βασιλεῖς τήν τυραννία τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων πού καταπίεζαν τόν λαό. Παρά τίς ἀρχικές του ἀντιδράσεις ὁ βασιλέας ἐπείσθη καί χορήγησε στόν Ἅγιο Πορφύριο βασιλικό διάταγμα μέ τό ὁποῖο περιόριζε τήν δράση τῶν εἰδωλολατρῶν καί τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν καί μέ βασιλική χορηγία ἀνήγειρε ἐκκλησίες ἐκεῖ ὅπου προηγουμένως βρίσκονταν εἰδωλολατρικοί ναοί. Κατάφερε δέ ὁ Ἅγιος νά κατεδαφιστεῖ τό Μαρνεῖον, ὁ περίφημος ναός τῶν Ἐθνικῶν Γαζαίων, πού εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἀδριανό τό ἔτος 129 μ.Χ. Στήν θέση του ἀνοικοδομήθηκε περικαλλής ναός μέ χορηγία τῆς αὐτοκράτειρας Εὐδοξίας, ἡ ὁποία ἀπέστειλε γιά τόν σκοπό αὐτό στήν Γάζα τόν Ἀντιοχέα ἀρχιτέκτονα Ρουφίνο. Ὁ ναός αὐτός, πού ὀνομάστηκε Εὐδοξιανός, εἶχε 32 μεγάλους κίονες ἀπό καρυστινό μάρμαρο καί τά ἐγκαίνιά του ἔγιναν τό Πάσχα τοῦ 407 μ.Χ.
Κατά τά μετέπειτα ἔτη ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἐργάστηκε γιά τήν συγκρότηση τῆς Ἐπισκοπῆς του. Μέ ζωηρά χρώματα διασώζει ὁ βιογράφος του Μᾶρκος, τήν φιλανθρωπική καί ἱεραποστολική του δράση. Τό ἔτος 415 μ.Χ. ἔλαβε μέρος στή Σύνοδο τῆς Διοσπόλεως, ὑπό τήν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἰωάννου Β’. Ἡ Σύνοδος αὐτή ἀσχολήθηκε μέ τόν θεολόγο Πελάγιο, ὁ ὁποῖος εἶχε καταφύγει στά Ἱεροσόλυμα κοντά στόν Ἰωάννη, μετά τήν σύγκρουση πού εἶχε στήν Ἀφρική μέ τόν ἱερό Αὐγουστίνο, Ἐπίσκοπο Ἱππῶνος († 15 Ἰουνίου) γιά τά θέματα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί τῆς θείας χάριτος. Στή Σύνοδο αὐτή ὁ Πελάγιος ἀθωώθηκε, ἀφοῦ ἀποδέχθηκε τή βασική διδασκαλία, ὅτι ἡ θεία Χάρη εἶναι ἀπαραίτητη γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Ἅγιος ἀναπαύθηκε τό ἔτος 420 μ.Χ. μετά ἀπό σύντομη ἀσθένεια, σέ ἡλικία 72 ἐτῶν, «τόν καλόν ἀγῶνα τετελεκῶς πρός τούς εἰδωλομανεῖς ἕως τῆς ἡμέρας τῆς κοιμήσεως αὐτοῦ».