Ἅγιοι Κύρος καὶ Ἰωάννης οἱ Θαυματουργοί Ἀνάργυροι καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς Ἀθανασία, Θεοδότη, Θεοκτίστη καὶ Εὐδοξία οἱ Μάρτυρες (31 Ιανουαρίου)

ἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κύρος καί Ἰωάννης ἄθλησαν κατά τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Κύρος καταγόταν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καταγόταν ἀπό τήν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας.
Ὅταν ξέσπασε ὁ διωγμός τοῦ Διοκλητιανοῦ, ὁ Ἅγιος Κύρος πῆγε σέ ἕνα παραθαλάσσιο τόπο τῆς Ἀραβίας καί, ἀφοῦ περιεβλήθηκε τό μοναχικό σχῆμα, κατοίκησε στόν τόπο αὐτό.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης πῆγε στά Ἱεροσόλυμα καί ἐκεῖ ἄκουσε γιά τά θαύματα πού ἐπιτελοῦσε ὁ Ἅγιος Κύρος. Στήν συνέχεια μετέβη στήν Ἀλεξάνδρεια. Ἀπό ἐκεῖ, ἀφοῦ ἀπό διάφορες φῆμες ἔμαθε ποῦ διέμενε ὁ Ἅγιος Κύρος, πῆγε καί τόν βρῆκε καί ἔμεινε μαζί του. Τά θαύματα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων συνέγραψε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων († 11 Μαρτίου), διότι οἱ Ἅγιοι θεράπευσαν τά μάτια του.
Κατά τήν περίοδο τοῦ διωγμοῦ συνελήφθη καί ἡ Ἁγία Ἀθανασία, πού ἦταν χήρα, καθώς ἐπίσης καί οἱ τρεῖς θυγατέρες της Θεοδότη, Θεοκτίστη καί Εὐδοξία. Ἡ εἴδηση τάραξε τόν Κύρο καί τόν Ἰωάννη. Ἔτσι οἱ Ἅγιοι, ἐπειδή φοβήθηκαν μήπως αὐτές δειλιάσουν ἀπό τήν σκληρότητα τῶν βασανιστηρίων, ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας τῆς φύσεως τῆς γυναίκας, ἔσπευσαν κοντά τους καί ἔδιναν σέ αὐτές θάρρος, ἐνῶ παράλληλα προετοιμάζονταν καί οἱ ἴδιοι γιά τό μαρτύριο. Καί πράγματι, συνελήφθησαν καί αὐτοί καί ὁδηγήθηκαν στόν ἡγεμόνα.
Ἐκεῖ διακήρυξαν μέ παρρησία καί θάρρος τήν πίστη τους στόν Θεό. Μάταια ὁ ἡγεμόνας ζητοῦσε νά κάμψει τήν ἀνδρεία τῆς μητέρας, δείχνοντας σέ αὐτή τίς θυγατέρες της καί ἐπιρρίπτοντάς της τήν ἐνοχή. Ἐκείνη, ἀφοῦ στράφηκε πρός τίς θυγατέρες της, τίς ἐνίσχυε λέγουσα ὅτι ἡ σωματική ὡραιότητα εἶναι πρόσκαιρη, ἐνῶ στήν αἰωνιότητα διατηρεῖται ἡ ὀμορφιά τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀθάνατη. Αὐτές δέ ἔλεγαν πρός τήν μητέρα τους ὅτι αἰσθάνονταν μεγάλη χαρά, ἐπειδή ἔμελλε νά φύγουν ἀπό τόν μάταιο αὐτό κόσμο μαζί της γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί νά μήν χωρισθοῦν ποτέ ἀπό κοντά της. Ὁ ἡγεμόνας ἐξαγριώθηκε καί διέταξε νά τούς ὑποβάλουν σέ πολλά καί σκληρά βασανιστήρια. Μετά ἀπό τά βασανιστήρια ἀποκεφάλισαν διά ξίφους τόν Ἅγιο Κύρο καί τόν Ἅγιο Ἰωάννη, τό ἔτος 292 μ.Χ.. Ἔτσι μαρτύρησαν καί ἡ Ἁγία Ἀθανασία μέ τίς τρεῖς θυγατέρες της. Τόν βίο καί τό μαρτύριο αὐτῶν ἔγραψε ὁ Σωφρόνιος ὁ Σοφιστής.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στό Μαρτύριο πού εἶχε ἀνεγερθεῖ πρός τιμήν τους καί βρίσκεται στήν περιοχή Φωρακίου.



Ὅσιος Ἀρσένιος γεννήθηκε στά Ἰωάννινα τό ἔτος 1800 καί ὀνομαζόταν Ἀθανάσιος. Ἀπό μικρή ἡλικία ἔμεινε ὀρφανός καί σέ ἡλικία ἐννέα ἐτῶν μετέβη στίς Κυδωνίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου σπούδασε στήν ὀνομαστική σχολή τῆς πόλεως ἔχοντας ὡς σχολάρχη τόν περίφημο διδάσκαλο ἱερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη. Κατά τά τελευταῖα ἔτη τῆς φοιτήσεώς του συνδέθηκε μέ τόν πνευματικό Γέροντα Δανιήλ ἀπό τή Ζαγορά τοῦ Πηλίου, ἕναν ἀπό τούς ὀνομαστούς πνευματικούς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καί ἔγινε ὑποτακτικός του.
Τό ἔτος 1815 ὁ Ἅγιος ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος μέ τόν Γέροντα Δανιήλ καί ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός. Ἀργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος παρά τίς ἀντιδράσεις του, καθώς δέν θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἄξιο καί μετά ἀπό ἑξαετῆ παραμονή στό Ἅγιον Ὄρος ἦλθε καί πάλι μέ τόν Γέροντά του, στή μονή Πεντέλης στήν Ἀθήνα. Ὅμως καί ἀπό ἐδῶ ἀναγκάστηκαν νά φύγουν, γιατί ἄρχισε ἡ ἐπανάσταση κατά τῶν Τούρκων. Στή συνέχεια μετέβησαν στίς Κυκλάδες, ὅπου ὁ Ὅσιος χειροτονήθηκε τό 1817 Πρεσβύτερος.
Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ἔδρασε κυρίως στήν Πάρο καί τή Φολέγανδρο, ὅπου δίδαξε ἀπό τό 1829 μέχρι τό 1840.
Μετά τήν κοίμηση τοῦ Γέροντά του Δανιήλ, ὁ Ὅσιος ἀσκήτεψε στή μονή Λογγοβάρδας τῆς Πάρου. Κοιμόταν καί ἔτρωγε ἐλάχιστα καί συνεχῶς ἀγρυπνοῦσε, προσευχόμενος γιά τά πνευματικά του τέκνα καί τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Βασική του τροφή ἦταν ἡ ἀνάγνωση τῶν θείων Γραφῶν καί τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων. Γι’ αὐτό καί ὁ Ὅσιος θεωροῦσε τή μικρή του βιβλιοθήκη ὡς κῆπο τερπνότατο καί ὡραιότατο μέ ἀγλαόκαρπα δένδρα, πλήρη ἀπό εὔχυμους καρπούς.
Ὁ Ὅσιος ἀγαποῦσε τούς πάντες χωρίς διακρίσεις. Περισσότερο ὅμως ἀγαποῦσε τούς ἀσθενεῖς, τούς ὁποίους διακονοῦσε μέ μεγάλη προθυμία.
Ὅταν τό 1861, κοιμήθηκε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, εὐσεβής ἱερομόναχος Ἠλίας, οἱ πατέρες ἐξέλεξαν ἡγούμενο καί προϊστάμενό τους τόν Ὅσιο Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος τούς ποίμανε μέ θεοφιλή καί θεάρεστο τρόπο. Λίγα χρόνια ἀργότερα παραιτήθηκε, γιά νά ἀσχοληθεῖ ἀπερίσπαστα μέ τό ἔργο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.
Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1877. Ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του ἔγινε τό ἔτος 1938 καί ἑορτάζεται στίς 10 Αὐγούστου. Τά ἱερά λείψανά του φυλάσσονται μέ εὐλάβεια στή Μονή Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Πάρου.

