TA MHNAIA



LIVE TV


LIVE RADIO


MENU

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

 

Ἅγιοι Τρείς Ιεράρχες (30 Ιανουαρίου)

300120267

αἰτία γιά τήν εἰσαγωγή τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στήν Ἐκκλησία εἶναι τό ἑξῆς γεγονός:
Κατά τούς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ (1081 – 1118), ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε στή βασιλική ἐξουσία τόν Νικηφόρο Γ’ τόν Βοτενειάτη (1078 – 1081), ἔγινε στήν Κωνσταντινούπολη φιλονικία ἀνάμεσα σέ λόγιους καί ἐνάρετους ἄνδρες.Ἄλλοι θεωροῦσαν ἀνώτερο τόν Μέγα Βασίλειο, χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα καί ὑπέροχη φυσιογνωμία. Ἄλλοι τοποθετοῦσαν ψηλά τόν ἱερό Χρυσόστομο καί τόν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Γρηγόριο καί, τέλος, ἄλλοι, προσκείμενοι στόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο, θεωροῦσαν αὐτόν ἀνώτερο ἀπό τούς δύο ἄλλους, δηλαδή ἀπό τόν Βασίλειο καί τόν Χρυσόστομο. Ἡ φιλονικία αὐτή εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά διαιρεθοῦν τά πλήθη τῶν Χριστιανῶν καί ἄλλοι ὀνομάζονταν «Ἰωαννίτες», ἄλλοι «Βασιλεῖτες» καί ἄλλοι «Γρηγορίτες».
Στήν ἔριδα αὐτή ἔθεσε τέλος ὁ Μητροπολίτης Εὐχαΐτων, Ἰωάννης ὁ Μαυρόπους. Αὐτός, κατά τήν διήγηση τοῦ Συναξαριστοῦ, εἶδε σέ ὀπτασία τούς μέγιστους αὐτούς Ἱεράρχες, πρῶτα καθένα χωριστά καί στή συνέχεια καί τούς τρεῖς μαζί. Αὐτοί τοῦ εἶπαν: «Ἐμεῖς, ὅπως βλέπεις, εἴμαστε ἕνα κοντά στόν Θεό καί τίποτε δέν ὑπάρχει πού νά μᾶς χωρίζει ἢ νά μᾶς κάνει νά ἀντιδικοῦμε. Ὅμως, κάτω ἀπό τίς ἰδιαίτερες χρονικές συγκυρίες καί περιστάσεις πού βρέθηκε ὁ καθένας μας, κινούμενοι καί καθοδηγούμενοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, γράψαμε σέ συγγράμματα καί μέ τόν τρόπο του ὁ καθένας, διδασκαλίες πού βοηθοῦν τούς ἀνθρώπους νά βροῦν τόν δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἐπίσης, τίς βαθύτερες θεῖες ἀλήθειες, στίς ὁποῖες μπορέσαμε νά διεισδύσουμε μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τίς συμπεριλάβαμε σέ συγγράμματα πού ἐκδώσαμε. Καί ἀνάμεσά μας δέν ὑπάρχει οὔτε πρῶτος, οὔτε δεύτερος, ἀλλά, ἂν πεῖς τόν ἕνα, συμπορεύονται δίπλα του καί οἱ δυό ἄλλοι. Σήκω, λοιπόν, καί δῶσε ἐντολή στούς φιλονικοῦντες νά σταματήσουν τίς ἔριδες καί νά πάψουν νά χωρίζονται γιά ἐμᾶς. Γιατί ἐμεῖς, καί στήν ἐπίγεια ζωή πού εἴμασταν καί στήν οὐράνια πού μεταβήκαμε, φροντίζαμε καί φροντίζουμε νά εἰρηνεύουμε καί νά ὁδηγοῦμε σέ ὁμόνοια τόν κόσμο. Καί ὅρισε μία ἡμέρα νά ἑορτάζεται ἀπό κοινοῦ ἡ μνήμη μας καί καθώς εἶναι χρέος σου, νά ἐνεργήσεις νά εἰσαχθεῖ ἡ ἑορτή στήν Ἐκκλησία καί νά συνταχθεῖ ἡ ἱερή ἀκολουθία. Ἀκόμη ἕνα χρέος σου, νά παραδόσεις στίς μελλοντικές γενιές ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα γιά τόν Θεό. Βεβαίως καί ἐμεῖς θά συμπράξουμε γιά τή σωτηρία ἐκείνων πού θά ἑορτάζουν τήν μνήμη μας, γιατί ἔχουμε καί ἐμεῖς παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».
Ἔτσι ὁ Ἐπίσκοπος Εὐχαΐτων Ἰωάννης ἀνέλαβε τή συμφιλίωση τῶν διαμαχόμενων μερίδων, συνέστησε τήν ἑορτή τῆς 30ης Ἰανουαρίου καί συνέγραψε καί κοινή Ἀκολουθία, ἀντάξια τῶν τριῶν Μεγάλων Πατέρων.
Ἡ ἑορτή αὐτῆς τῆς Συνάξεως τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀποτελεῖ τό ὁρατό σύμβολο τῆς ἰσότητας καί τῆς ἑνότητας τῶν Μεγάλων Διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι δίδαξαν μέ τόν ἅγιο βίο τους τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξ’ αἰτίας τῆς ταπεινώσεώς τους μπροστά στήν ἀλήθεια, ἔχουν λάβει τό χάρισμα νά ἐκφράζουν τήν καθολική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καί ὅ,τι διδάσκουν δέν εἶναι ἁπλῶς δική τους σκέψη ἢ προσωπική τους πεποίθηση, ἀλλά εἶναι ἐπιπλέον ἡ ἴδια ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, γιατί μιλοῦν ἀπό τό βάθος τῆς καθολικῆς της πληρότητας.
Περί τίς ἀρχές τοῦ 14ου αἰώνα μ.Χ. ἀνεγέρθη ναός τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν κοντά στήν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, δίπλα σχεδόν στή μονή τῆς Παναχράντου.


Μνήμη εὑρέσεως τῆς ἐν Τήνῳ Ἱερᾶς εἰκόνος Εὐαγγελιστρίας (30 Ιανουαρίου)

15Μιχαήλ Πολυζωΐδης, εἶχε ἕνα ὄνειρο τό 1821, στό ὁποῖο ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐμφανίστηκε σέ αὐτόν μέ λαμπερά ἄσπρα ἐνδύματα. Τόν καθοδήγησε γιά νά σκάψει στήν περιοχή τοῦ Ἀντωνίου Δοξαρά, ἔξω ἀπό τήν πόλη, ὅπου θά ἔβρισκε τήν εἰκόνα της. Εἶπε ἐπίσης σ’ αὐτόν νά χτίσει μία ἐκκλησία στήν περιοχή. Ἡ βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ ὑποσχέθηκε ἐπίσης νά τόν βοηθήσει νά ὁλοκληρώσει αὐτούς τούς στόχους.
Ὅταν ξύπνησε, ἔκανε τόν σταυρό του καί προσπάθησε νά ξανακοιμηθεῖ, θεωρώντας ὅτι τό ὄνειρό του ἦταν ἕνας πειρασμός ἀπό τό διάβολο. Πρίν τόν πάρει ὁ ὕπνος, ὁ Μιχαήλ εἶδε τήν Θεοτόκο ἄλλη μιά φορά, καί παρατήρησε ὅτι τό δωμάτιο πλημμύρισε ἀπό ἕνα εὐχάριστο δυνατό φῶς. Τό κεφάλι της περιβλήθηκε ἀπό τό θεῖο φῶς, καί τό πρόσωπό της ἔδειχνε μία γλυκύτητα. Μιλώντας στόν Μιχαήλ εἶπε, «γιατί εἶσαι φοβισμένος; Μήν χάνεις τήν πίστη σου. Εἶμαι ἡ Παναγία. Σέ θέλω γιά νά σκάψεις στήν περιοχή τοῦ Ἀντωνίου Δοξαρά, ὅπου εἶναι θαμμένη ἡ εἰκόνα μου. Θά χτίσεις μία ἐκκλησία ἐκεῖ καί θά σέ βοηθήσω καί ἐγώ». Κατόπιν ἐξαφανίστηκε.

Τό ἑπόμενο πρωί, ὁ Μιχαήλ πῆγε στό χωριό καί εἶπε στόν ἱερέα τί εἶχε συμβεῖ κατά τήν διάρκεια τῆς νύχτας. Ὁ ἱερέας σκέφτηκε ἐπίσης ὅτι τό ὄνειρο ἦταν ἕνας πειρασμός, καί ἔτσι εἶπε στόν Μιχαήλ νά ἔρθει γιά νά ἐξομολογηθεῖ καί νά κοινωνήσει. Ὁ Μιχαήλ, ἐντούτοις, δέν πείστηκε ὅτι τά ὁράματά του ἦταν μόνο ὄνειρα ἢ δαιμονικοί πειρασμοί. Εἶπε στούς συγχωριανούς του τήν ἐμπειρία του. Μερικοί γέλασαν, ἀλλά μόνο δύο τόν πίστεψαν.
Τά δυό ἄτομα πῆγαν μέ τόν Μιχαήλ στήν περιοχή πού τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ Παναγία, μιά νύχτα καί ἔσκαψαν σέ μεγάλο βάθος, ἀλλά δέν βρῆκαν τίποτα. Κατόπιν ἔσκαψαν παραδίπλα καί βρῆκαν τά ὑπολείμματα ἐνός παλαιοῦ τοίχου. Μήν βρίσκοντας παρά μόνο τά τοῦβλα, ἔπρεπε νά σταματήσουν τήν ἀναζήτησή τους τό πρωί. Ἔτσι οἱ Τοῦρκοι δέν θά ἀνακάλυπταν τί ἔκαναν.
Ὁ Ἀντώνιος Δοξαράς, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς περιοχῆς, βρῆκε τά τοῦβλα καί προσπάθησε νά τά χρησιμοποιήσει γιά νά χτίσει ἕναν φοῦρνο. Τό κονίαμα ὅμως δέν ἔμενε στά τοῦβλα καί ἔτσι ὅποτε προσπάθησαν νά χτίσουν ἕνα τμῆμα τοῦ φούρνου, αὐτό κατέρρεε. Οἱ ἐργαζόμενοι πείστηκαν ὅτι ὁ Θεός τούς ἐμπόδιζε νά χρησιμοποιήσουν αὐτά τά τοῦβλα γιά τόν τοῖχο τοῦ φούρνου
.

Ἡ Ἁγία Πελαγία († 23 Ἰουλίου), μία καλόγρια ὀγδόντα ἐτῶν, εἶχε διάφορα ὄνειρα τόν Ἰούνιο 1822. Σέ ἕνα ἀπό αὐτά ἡ Θεοτόκος ἐμφανίστηκε σ’αὐτήν. Ἡ Ἁγία Πελαγία ζοῦσε στό γυναικεῖο μοναστήρι τοῦ Δορμιτίου στό ὄρος Κεχροβούνιο, πού ἀπεῖχε μία ὥρα ἀπό τό χωριό. Ζοῦσε στό μοναστήρι αὐτό ἀπό νεαρή ἡλικία, καί ἦταν γνωστή γιά τή μεγαλειώδη ἀρετή καί τήν εὐσέβειά της.
Ἡ Θεοτόκος ἐμφανίστηκε στό ὄνειρό της καί τήν διέταξε νά πάει στόν Σταματέλο Κανγάδη (ἕνα προεξέχον ἄτομο τοῦ χωριοῦ), καί νά τοῦ πεῖ νά σκάψει καί νά βρεῖ τήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ στήν περιοχή τοῦ Ἀντωνίου Δοξαρά.
Τρομαγμένη ἀπό τό ὅραμα, ἡ Πελαγία ἀπέδωσε τό ὄνειρό της στή φαντασία της, καί ἄρχισε νά προσεύχεται. Φοβόταν νά πεῖ σέ κάποιον γιά τό ὄνειρό της, ἀλλά τήν ἑπόμενη ἑβδομάδα, ἡ Θεοτόκος τῆς ἐμφανίστηκε πάλι, γιά νά τῆς ὑπενθυμίσει τίς ὁδηγίες της. Καί πάλι, ἡ καλόγρια παρέμεινε σιωπηλή καί δέν εἶπε σέ κανέναν, γιά τό ὅραμά της. Ἡ Θεοτόκος ἐμφανίστηκε καί τρίτη φορά στό ὄνειρό της, ἀλλά αὐτή τή φορά μέ ἕναν αὐστηρό τρόπο. Ἐπέπληξε τήν Πελαγία γιά τήν πίστη της, καί τῆς εἶπε: «Πήγαινε καί κάνε ὅτι σοῦ εἶπα. Ὑπάκουσε!».
Ἡ Ἁγία Πελαγία ξύπνησε ἀπό τόν φόβο καί τήν ἔνταση. Καθώς ἄνοιξε τά μάτια της, εἶδε τήν ἴδια γυναίκα πού εἶχε δεῖ ἐνῶ κοιμόταν.
Ἡ Ἁγία Πελαγία, κατάλαβε ἐπιτέλους, ὅτι τῆς παρουσιάσθηκε ἡ Θεοτόκος καί ὅτι ἔπρεπε νά κάνει αὐτό πού τῆς εἶπε.
Ἀμέσως, ἐνημέρωσε τήν ἡγουμένη γιά τά ὁράματά της, ὅπως ἐπίσης καί τόν Σταματέλο Κανγάδη. Ὁ κ. Κανγάδης, πού εἶχε ὑποδείξει ἡ Θεοτόκος γιά νά πραγματοποιήσει τήν ἀνασκαφή τῆς ἐκκλησίας, ἐνημέρωσε τόν ἐπίσκοπο Γαβριήλ γιά ὅλα αὐτά τά γεγονότα. Ὁ ἐπίσκοπος ἤδη εἶχε ἀκούσει γιά τό ὄνειρο τοῦ Μιχαήλ Πολυζώη καί εἶχε συνειδητοποιήσει ὅτι τό ὄνειρο τῆς καλόγριας Πελαγίας συμφωνοῦσε μέ τό ὅραμά του. Ὁ Ἐπίσκοπος Γαβριήλ ἔγραψε σέ ὅλες τίς ἐκκλησίες, στήν Τῆνο, ζητώντας βοήθεια γιά τήν εὕρεση τῆς ἐκκλησίας καί τῆς εἰκόνος.
Οἱ ἀνασκαφές ἄρχισαν τό Σεπτέμβριο 1822 κάτω ἀπό τή ἐπίβλεψη τοῦ κ. Κανγάδη. Τά θεμέλια τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, πού καταστράφηκε ἀπό τούς Ἄραβες τό 1200, ἀποκαλύφθηκαν. Δυστυχῶς ὅμως δέν βρέθηκε ἡ εἰκόνα. Τά χρήματα ἐξαντλήθηκαν καί ἔτσι ἐγκαταλείφθηκε ἡ προσπάθεια.
Γιά ἄλλη μιά φορά, ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐμφανίστηκε στήν Ἁγία Πελαγία, καί τῆς ζητάει νά συνεχιστοῦν οἱ ἀνασκαφές. Ὁ ἐπίσκοπος Γαβριήλ ἔστειλε μία ἔκκληση γιά δωρεές, γιά νά χτιστεῖ μία νέα ἐκκλησία στά θεμέλια τῆς παλαιᾶς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Ἡ νέα ἐκκλησία χτίστηκε, καί ἀφιερώθηκε στόν Ἅγιο Ἰωάννη καί στή Ζωοδόχο Πηγή.
Στίς 30 Ἰανουαρίου 1823 οἱ ἐργαζόμενοι ἰσοπέδωναν τό ἔδαφος μέσα στήν ἐκκλησία γιά τήν προετοιμασία τοποθετήσεως ἐνός νέου πατώματος πετρῶν. Περίπου τό μεσημέρι ἕνας ἀπό τούς ἐργαζομένους, ὁ Ἐμμανουήλ Μάτσος, χτύπησε ἕνα κομμάτι τοῦ ξύλου μέ τήν ἀξίνα του. Ἦταν δυό κομμάτια ξύλου, ἀλλά δέν μποροῦσε νά διακρίνει γιατί ἦταν σκεπασμένα μέ χῶμα. Καθώς σκούπισε τό χῶμα μέ τό χέρι του, εἶδε ὅτι ἦταν μία εἰκόνα. Ἐνώνοντας τά δυό κομμάτια τοῦ ξύλου μαζί, ἐμφανίσθηκε πλήρης ἡ εἰκόνα.
Κάλεσε τούς ἄλλους ἐργαζομένους, γιά νά δοῦν καί αὐτοί τήν εἰκόνα. Ὅταν τήν καθάρισαν καλά, εἶδαν ὅτι ἐπρόκειτο γιά τήν εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
Τήν ἴδια ἡμέρα, ἡ εἰκόνα δόθηκε στόν ἐπίσκοπο Γαβριήλ, πού τό ἀσπάσθηκε μέ δάκρυα.
Μετά ἀπό τήν εὕρεση τῆς εἰκόνος, οἱ κάτοικοι τῆς Τήνου, γέμισαν ἀπό ζῆλο γιά νά χτίσουν μία θαυμάσια ἐκκλησία πρός τιμή τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἄνθρωποι πρόσφεραν τά χρήματά τους καί τήν ἐργασία τους γιά νά βοηθήσουν νά χτιστεῖ ἡ ἐκκλησία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
Ἡ νέα ἐκκλησία ὁλοκληρώθηκε τό 1823, ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Γαβριήλ. Ἡ Ἁγία Πελαγία κοιμήθηκε στίς 28 Ἀπριλίου 1834. Ἡ μνήμη της τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία στίς 23 Ἰουλίου.
Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου στήν Τῆνο, θεωρεῖται ἕνας ἀπό τούς πιό ἱερούς θησαυρούς τῆς Ἑλλάδας. Τά ἀναρίθμητα θαύματα καί θεραπεῖες δέν ἔχουν πάψει ἀπό τόν χρόνο πού βρέθηκε ἡ εἰκόνα.

Ἅγιος Ἱππόλυτος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Μάρτυρες (30 Ιανουαρίου)


15

ἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἄθλησαν ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Κλαυδίου Β’ (268 – 269 μ.Χ.) καί ἡγεμονίας Βικαρίου τοῦ Οὐλπίου Ρωμύλου.
Ὁ Ἅγιος Κενσουρίνος κατεῖχε τό ἀξίωμα τοῦ μαγίστρου καί τοῦ πρώτου τῆς συγκλήτου. Μετά ἀπό διαβολές, συνελήφθη καί κλείσθηκε στή φυλακή. Παρά τά βασανιστήρια ἐκεῖνος ὁμολογοῦσε μέ ἐπιμονή τήν πίστη του στόν Χριστό. Ἀπό τά θαύματα πού ἐπιτέλεσε ὁ Ἅγιος Κενσουρίνος στή φυλακή, εἴκοσι στρατιῶτες πίστεψαν στόν Χριστό καί ἀποκεφαλίσθηκαν μαζί μέ τόν Ἅγιο.
Ἡ Ἁγία Χρυσή ὑποβλήθηκε σέ φρικτά βασανιστήρια καί στό τέλος τήν ἔριξαν στή θάλασσα. Τόν ὑπηρέτη τῆς Μάρτυρος Χρυσῆς, Ἅγιο Σαβαΐνο, τόν κτύπησαν μέ βαριές σφαῖρες στόν αὐχένα, τόν κρέμασαν σέ ξύλο καί τοῦ κατέκαψαν τά σπλάγχνα. Ἔτσι παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στόν Κύριο.
Ὅταν ἄκουσε γιά τά γενόμενα ὁ Ἅγιος Ἱππόλυτος, Ἐπίσκοπος Ρώμης, παρουσιάσθηκε στόν ἡγεμόνα καί διαμαρτυρόμενος τόν ἔλεγξε. Ἐκεῖνος ἀμέσως ἔδωσε ἐντολή καί συνέλαβαν τόν Ἅγιο Ἱππόλυτο μαζί μέ τήν ἀκολουθία του. Μετά ἀπό τά ραπίσματα καί τίς κακώσεις, τούς ἔδεσαν τά χέρια καί τά πόδια καί τούς ἔριξαν στή θάλασσα. Ἔτσι τελειώθησαν οἱ Ἅγιοι καί ἔλαβαν τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.